Είναι Σάββατο πρωί. Μέρα για συμμάζεμα σπιτιού.
Ετοιμάζω τον καφέ μου και όσο είναι αχνιστός, βγαίνω στο μπαλκόνι.
Σπουδαία θέα δεν έχω. Απέναντί μου υπάρχουν πολυκατοικίες. Κάπου ανάμεσά τους ξεφυτρώνει και μια μονοκατοικία.
Σε ένα σημείο μόνο ανοίγει ο ορίζοντας. Εκεί αφήνω το βλέμμα μου. Να στοχάζομαι λιγάκι. Δύσκολο να το παίξεις ρομαντική, κοιτάζοντας την μπουγάδα του γείτονα.
Γι’ αυτό, το βλέμμα μου καρφώνεται σε ένα σημείο. Άδειο από ντουβάρια. Ακριβώς πάνω από την μονοκατοικία.
Εκεί μένει μια οικογένεια. Μυστηριώδης. Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι και η κόρη τους. Αμφιβόλου ηλικίας. Έχουν όμως έναν κήπο γεμάτο τριαντάφυλλα κι άλλες πρασινάδες.
Η γυναίκα τον επιμελείται καθημερινά. Την βλέπω κάθε πρωί πριν φύγω για δουλειά.
Παρά την ηλικία της, σκαρφαλώνει σε μια σιδερένια σκάλα και ξεχωρίζει τα μαραμένα φύλλα. Κι εγώ, είκοσι χρόνια νεότερή της, φοβάμαι να τεντωθώ να ανοίξω το ντουλάπι της κουζίνας.
Ο άντρας, βρέξει χιονίσει, κάθεται στο τραπέζι και γράφει. Χωρίς σταματημό. Ίσως απομνημονεύματα. Ίσως σταυρόλεξα.
Η κόρη; Αυτή κι αν είναι αινιγματική. Ψηλή, με μια κοτσίδα μέχρι τη μέση.
Όταν βγαίνει στον κήπο, όλοι κοκκαλώνουν. Ο πατέρας σταματά να γράφει. Η μάνα παρατάει το κλάδεμα. Τα λουλούδια συρρικνώνονται.
Κι εγώ μένω ακίνητη. Με το φλιτζάνι στο χέρι.
Τη βλέπω να κοιτάζει δεξιά, μετά αριστερά. Στέκεται λίγο. Δεν λέει λέξη, δεν χαμογελά.
Και ξαναμπαίνει μέσα. Τότε όλοι συνεχίζουν τις δουλειές τους. Κι εγώ μαζί. Σαν να μην έγινε τίποτα. Φυσικά, αναρωτιέμαι. Έγινε τώρα αυτό ή το φαντάστηκα;
Το αφήνω και μπαίνω μέσα. Έχω πρόγραμμα. Ξεκινάω να καθαρίζω με τη σειρά τα δωμάτια.
Πρώτα το πάπλωμα. Το φορτώνω στους ώμους και βγαίνω στο μπαλκόνι να το τινάξω. Ξαφνικά, ακούγεται μια κραυγή. Παγώνω και κοιτάζω τον δρόμο.
Δεν βλέπω κανέναν. Ακουμπάω το πάπλωμα στα κάγκελα. Οι αισθήσεις μου στο τέρμα. Μετά από λίγο, άλλη μια. Χειρότερη, σαν κάποιος να πνίγεται. Το βλέμμα μου καρφώνεται στη μονοκατοικία. Οι φωνές ακούγονται από εκεί μέσα.
Κοιτάζω τριγύρω. Τα μπαλκόνια άδεια. Μα τι στο καλό; Mόνο εγώ το άκουσα;
Αρπάζω το πάπλωμα και μπαίνω μέσα. Το στρώνω μηχανικά. Νιώθω ένα τρέμουλο. Κι αν έχει συμβεί κάτι; Κι αν την επόμενη μέρα μαζευτούν τα κανάλια στη γειτονιά μου;
Θα με ρωτάνε κι οι δημοσιογράφοι τι γνώριζα. Τι θα πω; Τη γνώριμη ατάκα;
Ήσυχοι άνθρωποι… δεν έδιναν δικαιώματα…»
Άσχετα αν τους παρακολουθώ κάθε πρωί με καφέ στο χέρι. Όχι. Πρέπει να είμαι σε ετοιμότητα.
Αποφασίζω να αλλάξω το πρόγραμμά μου. Θα ξεκινήσω από το μπαλκόνι. Ευκαιρία να ποτίσω και τις γλάστρες μου. Αν και ήδη έχουν μετατραπεί σε αποξηραμένες συνθέσεις. Παίρνω κουβά, σκούπα, ανοίγω το λάστιχο και ξεκινάω. Πάντα με το μάτι κολλημένο στο σπίτι απέναντι.
Μέχρι που βγαίνει η κόρη έξω. Έχει τα χέρια της στη μέση. Κοιτάζει τριγύρω κι ύστερα σηκώνει το βλέμμα της. Προς το μέρος μου. Κοκκαλώνω. Από τη σαστιμάρα μου, αρχίζω να καταβρέχω τον σκύλο. Εκείνος, αφήνει μερικά επιφωνήματα και μπαίνει άρον άρον μέσα.
Το παίζω αδιάφορη. Χαμηλώνω τα μάτια και ποτίζω τη γαρδένια. Με την άκρη του ματιού μου τη βλέπω να είναι ακόμη εκεί.
Ώσπου, βγαίνει ο πατέρας και αρχίζει το πανδαιμόνιο.
Ουρλιαχτά, φωνές και η κόρη να κουνάει έξαλλη τα χέρια της. Η κοτσίδα της τινάζεται στον αέρα. Σηκώνω τα μάτια μου.
Αυτός μιλάει χαμηλόφωνα. Λάθος κίνηση όμως. Τον πλησιάζει με άγριες διαθέσεις.
Γουρλώνω τα μάτια και σχεδόν κρατάω την αναπνοή μου. Τα χέρια της πάνε κατευθείαν στον λαιμό του. Παρατάω το λάστιχο στη γαρδένια και τρέχω μέσα να βρω το τηλέφωνο.
Τα χέρια μου τρέμουν και ο ιδρώτας στάζει από το μέτωπό μου. Πατάω το τριψήφιο νούμερο της άμεσης δράσης. Ένα ηχογραφημένο μήνυμα μου λέει να περιμένω.
Η αγωνία μου έχει κορυφωθεί. Με το τηλέφωνο στο αυτί, κολλάω πίσω από την κουρτίνα. Αυτή τη φορά είναι όλη η οικογένεια μαζί.
Η μητέρα έχει πιάσει τα χέρια της κόρης, η οποία έχει τα δικά της χέρια γύρω από τον λαιμό του πατέρα.
Ξαφνικά, με συνδέουν. Δίνω στοιχεία και αναφέρω το συμβάν. Ένας ευγενικός κύριος με καθησυχάζει πως σε δέκα λεπτά θα βρίσκονται στο σημείο… του εγκλήματος σε εξέλιξη.
Κατεβάζω το ακουστικό και παραμερίζω λίγο την κουρτίνα. Οι φωνές έχουν δυναμώσει. Τα χέρια της κόρης έχουν απομακρυνθεί από τον λαιμό του πατέρα της. Είναι ακόμη ζωντανός.
Τότε, η κόρη αρχίζει να γελάει δυνατά. Το ίδιο και ο πατέρας. Η μάνα πιάνει πάλι το ψαλίδι κι αρχίζει την κηπουρική. Κι εγώ ακούω ήδη τη σειρήνα.
Το περιπολικό καταφτάνει. Δύο ένστολοι χτυπούν το κουδούνι τους. Η πόρτα ανοίγει και ακούγονται ομιλίες.
Οι αστυνομικοί στέκονται αποσβολωμένοι. Ο πατέρας, με το τετράδιο στο χέρι, τους εξηγεί πως έκαναν θεατρική πρόβα.
Εγώ συνεχίζω να παρακολουθώ πίσω από την κουρτίνα.
Η κόρη φωνάζει πως ο τίτλος του έργου είναι «Ο κήπος των παθών», ενώ η γυναίκα συνεχίζει να κλαδεύει απτόητη.
Ο ένας αστυνομικός σημειώνει κάτι βαριεστημένα. Είναι ξεκάθαρο πως ετοιμάζονται να φύγουν.
Η πόρτα ανοίγει και μπαίνουν στο περιπολικό. Είναι όλοι χαμογελαστοί. Τα όργανα της τάξης απομακρύνονται σαν κομπάρσοι που έπαιξαν τον ρόλο τους.
Βγαίνω στο μπαλκόνι μουδιασμένη. Κοιτάζω τη γαρδένια μου. Έχει γείρει από το πότισμα. Τα νερά έχουν λιμνάσει κι ο σκύλος τινάζεται με μανία να διώξει το νερό από πάνω του.
Κι εγώ, θεατής πρώτης σειράς, ένα μόνο σκέφτομαι. Επιστροφή εισιτηρίου; Ούτε για αστείο.
