Το πτηνό, η άλμη και ο γείτονας

Ακολουθήστε με

Φέτος τα Χριστούγεννα σκόπευα να πάρω άδεια από τη δουλειά μου. Ο λόγος; Θα είχα σοβαρές δοσοληψίες με ένα πτηνό. Με μια γαλοπούλα.

Η συνταγή που είχα βρει από το ίντερνετ απαιτούσε να παραμείνει το πουλί για είκοσι τέσσερις ώρες σε άλμη για να νοστιμίσει. Το κακό ήταν πως δεν κατάφερα να πάρω άδεια.

Έτσι, θα έπρεπε να ξεκινήσω την προετοιμασία από την παραμονή των Χριστουγέννων.

Την επόμενη μέρα το μεσημέρι θα είχα τραπέζι για τους συγγενείς, λόγω της γιορτής μου.

Σηκώθηκα από το κρεβάτι προτού ξημερώσει. Χωρίς να πιω καφέ, γέμισα μια κατσαρόλα με νερό και την έβαλα να βράζει. Ύστερα, βγήκα στο μπαλκόνι.

Επιτέλους, τα μυρωδικά που είχα αγοράσει από το φυτώριο θα έπιαναν τόπο. Άρχισα να κόβω με μανία. Θυμάρι. Δεντρολίβανο. Σκέφτηκα να μην τα πλύνω.

Άλλωστε και εκείνος ο γνωστός σεφ έτσι δεν κάνει; Τα έχει δίπλα του και κόβει κατευθείαν.

Η μόνη διαφορά μας είναι ότι εκείνος έχει φώτα στο στούντιο. Εγώ είχα μόνο το φεγγάρι κι έναν γείτονα με αϋπνίες. Πήρα τα κλαδιά στο χέρι, του χαμογέλασα και γύρισα στην κουζίνα.

Στη συνέχεια, η συνταγή έλεγε να αφήσω την άλμη να κρυώσει για τέσσερις ώρες και μετά να συνεχίσω.

Όμως, εγώ θα ήμουν στη δουλειά. Τι θα έλεγα στο αφεντικό μου; Πρέπει να φύγω να βουτήξω το πτηνό στην άλμη κι έρχομαι;

Έπρεπε να σκεφτώ. Χωρίς καφέ όμως το μυαλό δεν λειτουργούσε. Έβαλα το μπρίκι στη φωτιά κι άρχισα να κάνω διάφορες σκέψεις. Αν έβγαζα τη λεκάνη με το υγρό στο κρύο, θα προλάβαινε να κρυώσει μέχρι να φύγω για δουλειά; Και στον χρόνο που θα ήθελα;

Σε λίγο ο καφές ήταν έτοιμος. Πήρα το φλιτζάνι και βγήκα έξω.

Είχε αρκετή ψύχρα. Το μάτι μου έπεσε στον γείτονα. Με παρακολουθούσε μέσα από την κουρτίνα.

Και τότε τον είδα! Τον καταψύκτη. Τι στο καλό τον είχα αγοράσει τόσο μεγάλο; Σάμπως κατάφερα ποτέ να τον γεμίσω;

Μπήκα γρήγορα μέσα, άρπαξα τη λεκάνη και επανεμφανίστηκα στο μπαλκόνι.

Ο γείτονας ήταν εκεί, κρυμμένος. Με κοίταζε με ένα βλέμμα που έλεγε πως, είτε κάνει πειράματα με ανθρώπινα μέλη είτε φτιάχνει πατσά για είκοσι άτομα.

Τον αγνόησα και τοποθέτησα το σκεύος με προσοχή μέσα στον παγωμένο θάλαμο.

Ήταν ώρα για την επόμενη φάση.

Η συνταγή έλεγε να πάρω το πτηνό και να του βγάλω τη ραχοκοκαλιά. Ένα ρίγος με διαπέρασε. Γρήγορα το ξεπέρασα. Τι στο καλό; Τόσα επεισόδια Grey’s Anatomy είχα δει! Είχε έρθει η ώρα για την πρακτική μου.

Αμέσως πήγα στο φαρμακείο-ντουλάπι κι άρπαξα μάσκα και γάντια. Η συνταγή δεν έλεγε μάσκα, αλλά εγώ ένιωθα υποχρεωμένη να τη φορέσω. Αν ήταν να βγάλω ραχοκοκαλιά, θα το έκανα όπως πρέπει.

Φόρεσα τη χειρουργική μάσκα, έδεσα σφιχτά την ολόσωμη ποδιά μου, πήρα το πιο κοφτερό μου μαχαίρι κι έριξα μια ματιά στο ρολόι. 5:45. Ώρα έναρξης επέμβασης.

Κι εκεί συνειδητοποίησα το λάθος μου. Δεν είχα ελέγξει την άλμη στον καταψύκτη. Βασικά, δεν είχα καν σημειώσει πόση ώρα βρισκόταν εκεί μέσα.

Χωρίς να βγάλω τίποτα από πάνω μου, βγήκα ξανά έξω. Με το μαχαίρι στο χέρι.

Το βλέμμα μου έπεσε ξανά στον γείτονα. Αυτή τη φορά δεν κρατήθηκε. Τράβηξε την κουρτίνα και κόλλησε το πρόσωπό του στο τζάμι.

Στάθηκα ψύχραιμη. Ακούμπησα το μαχαίρι στο τραπέζι και άνοιξα τον καταψύκτη. Βούτηξα το δάχτυλό μου μέσα στο υγρό. Κρύο, αλλά όχι όσο θα ήθελα.

Σήκωσα ξανά το μαχαίρι και έριξα μια ματιά στον γείτονα. Είχε γουρλώσει τα μάτια.

Ήμουν πλέον σίγουρη πως όχι μόνο δε θα κοιμόταν για αρκετές ώρες ακόμη, αλλά και ότι ίσως εκείνη τη στιγμή σκεφτόταν να καλέσει το 100.

Του χαμογέλασα, αν και δεν θα το είδε. Φορούσα ακόμη τη μάσκα. Τον άφησα να αναρωτιέται κι έτρεξα στην κουζίνα.

Πήρα μια ανάσα, φόρεσα τα γάντια μου και με το μαχαίρι έκανα μια μικρή τομή. Η αρχή είχε γίνει.

Έμπηξα πιο βαθιά το μαχαίρι κι ένα κρατς ακούστηκε. Ένιωθα τον ιδρώτα μου να στάζει.

Στη συνέχεια, ο γνωστός σεφ έλεγε να γυρίσω τη γαλοπούλα και να την πιέσω με τις παλάμες μου.

Αρκετές φορές. Σαν να έκανα ΚΑΡΠΑ. Και αυτό έκανα. Άρχισα να την πιέζω ξανά και ξανά μέχρι να πάρει το σχήμα της πεταλούδας.

Κοντοστάθηκα. Πεταλούδα; Κοίταξα μία τη γαλοπούλα, μία τη συνταγή. Δεν το σκέφτηκα παραπάνω. Συνέχισα τις μαλάξεις και όταν είδα ότι είχε ανοίξει στα δύο, βγήκα γρήγορα στο μπαλκόνι.

Ο γείτονας ήταν ακόμη εκεί. Αυτή τη φορά καθιστός με το φλιτζάνι στο χέρι. Με παρατηρούσε με ένα ύφος σαν να έλεγε «θέλω να δω πώς θα τελειώσει…»

Έβγαλα την άλμη από τον καταψύκτη και μπήκα μέσα. Αφού θέλει σήριαλ, θα το ’χει, σκέφτηκα.

Παραμέρισα την κουρτίνα για να βλέπει καλύτερα και άρχισα το πασάλειμμα. Βούτυρο, σκόρδα, μυρωδικά. Και τότε μου ήρθε η ιδέα.

Πήρα το μαχαίρι. Το κράτησα επιδεικτικά ψηλά και το έμπηξα στο πτηνό.

Ύστερα σήκωσα το βλέμμα μου απέναντι.

Ο γείτονας είχε μείνει στήλη άλατος με το φλιτζάνι να τρέμει στο χέρι του.

Χαμογέλασα. Κάπου εδώ το επεισόδιο είχε λήξει. Πήρα το ταψί και το έβαλα στο ψυγείο.

Ανήμερα Χριστουγέννων η συνταγή είχε στεφθεί με επιτυχία. Η γαλοπούλα είχε τοποθετηθεί αχνιστή στο κέντρο του τραπεζιού. Το κουδούνι χτύπησε και οι συγγενείς άρχισαν να μπαίνουν μέσα.

Ήταν όλοι τους χαμογελαστοί και παράξενα χορτασμένοι!

«Μα δεν πεινάτε;» ρώτησα διστακτικά κοιτάζοντας το πτηνό που καμάρωνε μέσα στην πιατέλα.

«Όχι, είμαστε εντάξει. Τσιμπήσαμε κάτι στον δρόμο…»

«Χριστουγεννιάτικα;» αναρωτήθηκα. Κάπου εκεί ένιωσα να χάνω το μυαλό μου.

Ένα εικοσιτετράωρο προετοιμασίας με άλμη, ξεκοκάλισμα και μαλάξεις κι όλα αυτά θα πήγαιναν χαμένα;

Ξαφνικά, πετάχτηκε το ανιψάκι μου. Τότε κατάλαβα.

«Θεία, μόλις φτάσαμε, ένας κύριος μάς είπε να μην φάμε σήμερα…»

Και κάπου εκεί, ανάμεσα στους ατμούς της γαλοπούλας και τα κοιτάγματα των συγγενών, το βλέμμα μου πήγε απέναντι.

Ο γείτονας ήταν ακόμη εκεί.

Μοιραστείτε το
Παρακολούθηση προόδου
Εγγραφείτε

Αφήστε ένα Σχόλιο