Η Οδύσσεια της γουρνοπούλας

Ακολουθήστε με

Τι θα μπορούσε να πάει στραβά τον Δεκαπενταύγουστο;

Ξημέρωσε η μεγάλη γιορτή. Οι καμπάνες της μικρής πόλης ήχησαν απ’ άκρη σ’ άκρη, λες και ειδοποιούσαν τον κόσμο όχι μόνο για την Παναγία, αλλά και για το ότι «σήμερα τρώμε σαν να μην υπάρχει αύριο».

Έτσι κι εγώ, ύστερα από δεκαπέντε μέρες νηστείας είχα μία και μοναδική λέξη στο πρόγραμμα: Γουρνοπούλα.

Από την προηγούμενη μέρα είχα φροντίσει να ρωτήσω ντόπιους για το καλύτερο ψητοπωλείο. Όλοι, μα όλοι, είχαν συμφωνήσει στο ίδιο. Τόση ομοφωνία ούτε στη Eurovision δεν υπήρχε.

Χωρίς να χάσω χρόνο, πήρα τηλέφωνο το μαγαζί.

«Θα βγάλω σε δύο φουρνιές. Στις εννιά το πρωί και στις δύο το μεσημέρι», μου είπε ένας ευγενέστατος κύριος από την άλλη γραμμή. Καλά, δεν υπήρχε περίπτωση να πάω στις εννιά το πρωί! Δεν ήμουν και τόσο απελπισμένη, ώστε να πίνω καφέ και να μασουλάω ταυτόχρονα ξεροψημένη πέτσα. Άλλο το κρουασάν βουτύρου κι άλλο κρουασάν… από γουρούνι.

Το πρόγραμμα είχε κλειδώσει. Θα κάναμε το μπανάκι μας οικογενειακά, μετά σπίτι να ξεκολλήσει το αλάτι από πάνω μας, καθώς δεν ανέχομαι να νιώθω σαν παστό που το ψήνει ο ήλιος. Στο γουρουνόπουλο, ναι, ρίξε μου μπόλικο αλατοπίπερο. Στο κορμί μου, όχι!

Μέχρι να φτάσει η πολυπόθητη ώρα, έκανα βουτιές στη θάλασσα. Έβαλα τη μάσκα και χάζευα τον βυθό. Ούτε ψαράκια, ούτε κοχύλια με ενδιέφεραν. Ολόκληρη θάλασσα μπροστά μου κι εγώ σκεφτόμουν την ξεροψημένη πέτσα.

Επιτέλους, το μεσημέρι έφτασε. Μαζέψαμε τα μπογαλάκια μας και τρέξαμε κατευθείαν για το σπίτι. Ένα γρήγορο ντους, πρόχειρο ντύσιμο και βουρ για το ψητοπωλείο μαζί με τον καλό μου.

Η αλήθεια είναι πως φτάσαμε νωρίτερα. Δεν βαριέσαι, σκέφτηκα. Θα χαζέψω στο κινητό μου μέχρι να ετοιμαστεί το κρέας.

Δεν πρόλαβα να τελειώσω τη σκέψη μου και, καθώς κάναμε ελιγμούς για να παρκάρουμε το αμάξι, είδαμε μια κοσμοσυρροή στο πεζοδρόμιο.

«Τι κάνουν αυτοί εδώ; Διαδήλωση τον Δεκαπενταύγουστο;» ρώτησα γελώντας.

Το γέλιο μου κόπηκε αμέσως όταν συνειδητοποίησα πως γύρω στα πενήντα άτομα έστεκαν στην ουρά για τη γουρνοπούλα του κυρ Γιώργου. Φαντάστηκα το ζώο να μου κλείνει το μάτι και να φεύγει τρέχοντας στο διπλανό χωράφι.

«Σταμάτα αμέσως το αμάξι!» ούρλιαξα και πήδηξα από το αυτοκίνητο σχεδόν εν κινήσει.

«Μα είσαι τρελή; Θα περιμένεις στην ουρά για λίγο κρέας;» φώναξε ο άντρας μου.

«Δεν είναι οποιοδήποτε κρέας!» απάντησα και κατευθύνθηκα προς το πλήθος που είχε περικυκλώσει το μαγαζί. Δεν έκανα εγώ τόσα όνειρα όλες αυτές τις μέρες για να με σταματήσει μια ουρά μερικών δεκάδων ανθρώπων.

Το μόνο που με ανησυχούσε ήταν μήπως δεν υπήρχε αρκετό κρέας για όλους μας.

Χωρίς να χάνω χρόνο, στήθηκα πίσω από τον τελευταίο της ουράς. Με χαμόγελο και χιούμορ πιάσαμε την κουβέντα.

Σε δέκα λεπτά είχα μάθει περισσότερα για την οικογενειακή κατάσταση των μπροστινών μου απ’ ό,τι ξέρω για τα ξαδέρφια μου. Κάθε τόσο, στέλναμε «ανιχνευτή» στην αρχή της ουράς.

«Βγήκε κι άλλο ζώο; Θα φτάσει και για εμάς;»

Όταν εκείνος επέστρεφε με το χαρμόσυνο νέο, ακουγόταν ένας μακρόσυρτος αναστεναγμός ανακούφισης. Ήμασταν ξένοι, αλλά ενωμένοι με μία θρησκευτική ευλάβεια. Μόνο που αντί για εικόνισμα προσκυνάγαμε τον τεχνίτη με το μαχαίρι.

Κι έτσι, όσο η ουρά μειωνόταν κι εγώ πλησίαζα, τόσο πιο καθαρά έφτανε στ’ αυτιά μου η μουσική της λύτρωσης. Κραπ στο ξύλο, κι ύστερα η μελωδική ερώτηση: «Να βάλω μπούτι;»   

Βέβαια, δεν έλειψαν και οι στιγμές που κάποιοι πονηροί προσπαθούσαν να τρυπώσουν στην αρχή του πλήθους, αδιαφορώντας για τους νόμους της ουράς.

Όμως, τόση ώρα στην αναμονή, κάτω από τον ήλιο του Δεκαπενταύγουστου, μας είχε δώσει τον χρόνο να μοιράσουμε τους ρόλους μας.

Κάποιες κυρίες ώριμης ηλικίας είχαν πάρει εθελοντικά τον ρόλο του αστυφύλακα. Οποιαδήποτε περίεργη κίνηση ή καινούρια φάτσα καταγγελλόταν στους άντρες της ομήγυρης.

Το αποτέλεσμα; Κανείς δεν μπορούσε να τρυπώσει χωρίς να τον πάρουμε χαμπάρι. Σπάνια έβλεπες τόσο οργανωμένη κοινωνία. Ένας άρτιος συγκροτημένος κόσμος, με κανόνες και υποχρεώσεις. Και όλα αυτά γύρω από ένα απλό, ταπεινό ψητοπωλείο.

Επιτέλους, η πολυπόθητη στιγμή έφτασε και βρέθηκα τετ α τετ με τα κοψίδια των ονείρων μου.

Η μυρωδιά της ξεροψημένης γουρνοπούλας μού γαργάλησε τα ρουθούνια κι εγώ, με μια ελαφρά ηλίαση αλλά γεμάτη αγαλλίαση, επέστρεψα στο αμάξι.

«Αποστολή εξετελέσθη», δήλωσα πανηγυρικά στον καλό μου. Βέβαια, τον είχε πάρει ο ύπνος. Ανακουφισμένη, έγειρα αποκαμωμένη στο κάθισμά μου.

Ήταν νωρίς το απόγευμα όταν επιστρέψαμε στο σπίτι.

Με γρήγορες κινήσεις, κάτσαμε στο τραπέζι και ανοίξαμε το κουτί με το κρέας.

Κάτι η ορθοστασία, κάτι ο ήλιος που με είχε χτυπήσει κατακούτελα, με το ζόρι κατάφερα να φάω ένα μικρό κομμάτι. Και λίγη πετσούλα. Μέχρι που αποχαιρέτησα τους υπόλοιπους κι έπεσα ξερή για ύπνο. Όλη η ηρωική πορεία της ουράς για μια μπουκιά. Κι αύριο μέρα είναι. Άλλωστε, λένε πως η γουρνοπούλα τρώγεται καλύτερα κρύα.

Ή μήπως όχι;

Μοιραστείτε το
Παρακολούθηση προόδου
Εγγραφείτε

Αφήστε ένα Σχόλιο