Πλησιάζουν οι μέρες για να πάμε διακοπές. Μετράω αντίστροφα και το πρόγραμμα γεμίζει επικίνδυνα. Θα πάει κομμωτήριο το σκυλί, κι εγώ φυσικά. Αυτό μου έλειπε, να κατέβω στο χωριό με τη ρίζα δύο δάχτυλα. Δεν είναι καιρός για τέτοια σκάνδαλα!
Εννοείται πως θα φτιάξω και τα νύχια μου. Χέρια – πόδια. Διπλός καλλωπισμός. Πώς θα χαιρετήσω γνωστούς και συγγενείς αν δεν εμφανίσω ένα αξιοπρεπές νύχι; Μπορεί να μη θυμούνται καν ποιανού είμαι, αλλά ένα μισοφαγωμένο γαλλικό θα τους μείνει αξέχαστο.
Η αλήθεια είναι πως βαριέμαι τους καλλωπισμούς. Αναγκαίο κακό. Το κομμωτήριο κάθε μήνα είναι μια μικρή δοκιμασία αντοχής.
Γυναίκες με μωβ ή μπλε πάστες στα μαλλιά τους συζητάνε δυνατά η μια με την άλλη, λες και βρίσκονται στον ψυχολόγο. Εγώ προτιμώ τη σιωπή. Ίσως τελικά το κομμωτήριο να είναι η οικονομική εκδοχή της ψυχοθεραπείας. Μόνο που αντί για ντιβάνι, έχει λουτήρες και πιστολάκια στη διαπασών.
Αφού το μαλλί μου βάφτηκε και φορτωμένη με νέες γνώσεις από τις παντογνώστριες του κομμωτηρίου, αναχωρώ για το επόμενο ραντεβού.
Αυτή τη φορά, μανικιούρ και πεντικιούρ. Δεύτερη φορά που επισκέπτομαι τη συγκεκριμένη κοπέλα. Το μάτι της γυάλιζε λίγο την πρώτη φορά που την είδα. Έτσι, αποφάσισα να είμαι φειδωλή στα λόγια μου. Λίγες ατάκες θα έβγαιναν από το στόμα μου. Μετρημένες. Τόσο, ώστε να μην προκαλέσουν δράματα.
Μόλις έφτασα με δέχτηκε με χαρά. Έβγαλα τις σαγιονάρες και βούτηξα τα πόδια στον νιπτήρα. Μερικά άλατα, σαπούνι και ζεστό νερό, άρχισαν να κοχλάζουν γύρω από τα δάχτυλά μου. Το ίδιο κι εκείνη.
Μία έτριβε τα πόδια μου, μία άφηνε έναν μακρόσυρτο αναστεναγμό. Εγώ από την άλλη, βουβή. Πού και πού έκανα μερικές γκριμάτσες, απλά για να φαίνομαι πως υπάρχω.
«Πού θα πας διακοπές;» με ρώτησε. Πήρα ανάσα και προσπάθησα να σκεφτώ γρήγορα. Ποια είναι η πιο ανώδυνη απάντηση που θα μπορούσα να δώσω;
Τελικά, της είπα μέσα από τα δόντια μου: «Μμ, Καλαμάτα…»
Εκείνη δεν απάντησε. Κι εκεί που έτριβε τις φτέρνες μου, πήρε την πετσέτα και σκούπισε τα χέρια της. Άρπαξε το κινητό της και ξεκίνησε να γράφει με μανία. Φυσικά, μου διάβαζε ό,τι έγραφε. Αυτό ήταν, σκέφτηκα. Την πάτησα!
«Τι λες; Καλά του απάντησα; Μα να μου πει πως τον πνίγω με τη ζήλια μου!» φώναζε αγανακτισμένη, υψώνοντας συγχρόνως το ένα της φρύδι.
«Φυσικά!» ψέλλισα.
Το μέλλον μου φαινόταν δυσοίωνο. Γύρισα το βλέμμα μου και έψαξα να βρω διέξοδο ανάμεσα στα μπουκαλάκια ημιμόνιμου.
«Έχεις ωραία χρώματα…» της είπα με τη φωνή μου να τρέμει ελαφρώς.
Προφανώς και η απάντησή μου δεν την ικανοποίησε. Όμως, δεν παρέδωσε τα όπλα. Μου έχωσε το κινητό στη μούρη μου.
«Διάβασε τι μου γράφει ο αχρείος!»
«Δεν έχω τα γυαλιά μου μαζί μου…» απάντησα ξέπνοα, ελπίζοντας να σταματήσει το μαρτύριο της λογοδιάρροιας της και να συνεχίσει με τα πόδια μου.
«Δεν πειράζει, θα στα πω όλα εγώ!»
Μια ανατριχίλα διαπέρασε το κορμί μου. Φυσικά, δεν έφταιγε το νερό που είχε πλέον κρυώσει, αλλά η σκέψη πως θα έφευγα από εκεί μέσα αργά το βράδυ.
Κι όσο έβλεπα τα πόδια μου να μουλιάζουν και να μαραζώνουν, τόσο η μανικιουρίστα διάβαζε με πάθος τα μηνύματα της και επαναλάμβανε φράσεις που θεωρούσε αξιοσημείωτες για ψυχανάλυση.
Αρκετή ώρα αργότερα, η ανάγνωση έλαβε τέλος και χωρίς να χάνω καιρό, έσκυψα από πάνω της και ετοιμάστηκα να μιλήσω.
Εκείνη, με κοίταξε ανυπόμονα μέσα στα μάτια.
«Τα πόδια μου;» τη ρώτησα τελικά.
Ξαφνιασμένη, παράτησε το κινητό στην άκρη και άρχισε να τρίβει ξανά τις φτέρνες μου. Ένας αναστεναγμός ανακούφισης ξέφυγε από το στόμα μου.
«Είδες; Μέχρι κι εσύ έμεινες άφωνη. Μαύρισε η ψυχή σου…» σχολίασε και συνέχισε τις μαλάξεις με την ενυδατική.
Ναι, ένα βάρος στην ψυχή μου το’ χα. Μέσα σε λίγες ώρες είχα κάνει δύο συνεδρίες ψυχοθεραπείας. Μία στο κομμωτήριο και μία στο πεντικιούρ. Και στις δύο, θεραπευόταν κάποιος άλλος.
Ευτυχώς η ώρα της πληρωμής έφτασε.
Το χαμόγελο επέστρεψε στα χείλη μου. Επιτέλους θα δραπέτευα από εκεί μέσα. Και κάπου ανάμεσα στην κάρτα μου και στο μηχάνημα pos, η Μαρία έλαβε ένα ακόμη μήνυμα.
Γούρλωσε τα μάτια της. Το ίδιο κι εγώ. Μόνο που όσο εκείνη διάβαζε το κινητό της, εγώ περίμενα με λαχτάρα την έγκριση.
Όταν επιτέλους το πολυπόθητο χαρτάκι άρχισε να βγαίνει και προτού προλάβει εκείνη να ανοίξει και πάλι το στόμα της, είχα ήδη βγει έξω από το μαγαζί.
Με τα πόδια λιγδιασμένα από τις κρέμες και με τον φόβο να χάσω τις σαγιονάρες μου στον δρόμο, έτρεχα στις μύτες.
Κι αν ποτέ με ξαναρωτήσουν αν κάνω ψυχοθεραπεία; Φυσικά. Μία φορά τον μήνα. Στους νιπτήρες.
