Ένα Σάββατο πρωί και αφού το καλοκαιράκι είχε μπει για τα καλά, ο καλός μου είχε μια υπέροχη ιδέα!
«Θες να φύγουμε οι δυο μας ένα ταξιδάκι με το αυτοκίνητο; Όπου μας βγάλει! Έτσι, να θυμηθούμε τα παλιά…»
Να πω την αλήθεια, δεν δυσκολεύτηκα να αποφασίσω. Η σφουγγαρίστρα επέστρεψε στην αποθήκη. Τα ασιδέρωτα εξαφανίστηκαν στη ντουλάπα κι εγώ έτρεξα να φορέσω το μαγιό μου. Τουλάχιστον, χώραγα ακόμη σε αυτό. Σήκωσα το τηλέφωνο και κάλεσα την πεθερά μου.
«Ετοιμάσου κι έλα! Θα μείνεις το Σαββατοκύριακο με τα εγγόνια σου» της είπα με φωνή που έσταζε μέλι.
Ένας λυγμός ακούστηκε από την άλλη πλευρά του τηλεφώνου. Ύστερα, μια δυνατή ρουφηξιά. Την είχα συγκινήσει. Πάλι.
Τα παιδιά σταύρωσαν απειλητικά τα χέρια τους.
«Κανόνισες να έρθει η γιαγιά να μας προσέχει;» με ρώτησαν με ύφος ανθρώπων που είχαν κάνει πρόβα την αγανάκτησή τους.
Δεν μπήκα καν στον κόπο να απαντήσω. Πέταξα το σακίδιό μου στο κρεβάτι και άρχισα να το γεμίζω με ρούχα. Ίσως και λίγες ενοχές ανάμεσά τους. Λίγο αργότερα άκουσα το ένα μου βλαστάρι να λέει με εμφανή ικανοποίηση.
«Τουλάχιστον, θα τρώμε παγωτό για πρωινό…»
Για μια στιγμή με πέτυχε στην καρδιά. Χαμογέλασα πλατιά. Η γιαγιά δεν είχε φτάσει ακόμη κι όμως είχε ήδη χάσει κάθε έλεγχο.
Λίγη ώρα αργότερα βρισκόμασταν ήδη στο αυτοκίνητο. Πριν καν βγούμε στον κεντρικό δρόμο, ο άντρας μου έθεσε το σημαντικότερο δίλημμα του διημέρου.
«Λέγε, πάμε δεξιά ή αριστερά;»
Ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί μου. Είχα να νιώσω έτσι, απ’ όταν είχαμε βάλει τα παιδιά για ύπνο νωρίς ένα Σαββατόβραδο για να παραγγείλουμε κρυφά σουβλάκια. Αποφάσισα να ρισκάρω.
«Δεξιά!» ξεστόμισα με αποφασιστικότητα και αφέθηκα ανακουφισμένη στο κάθισμα του αυτοκινήτου.
Και κάπως έτσι συνεχίσαμε χωρίς χάρτη, χωρίς προορισμό και χωρίς την παραμικρή ιδέα για το πού θα κοιμόμασταν το βράδυ.
Για μένα αυτό άγγιζε τα όρια της παραφροσύνης. Είμαι ο άνθρωπος που δεν πάει ούτε σε σουβλατζίδικο χωρίς να έχει διαβάσει πρώτα οκτακόσιες πενήντα κριτικές. Κι όμως, εκείνη τη μέρα ήμουν πρόθυμη να εμπιστευτώ ακόμη και μια ταμπέλα που μόλις φάνηκε μπροστά μας.
«Λευκάδα».
Κοίταξα τον οδηγό μου, του έπιασα το χέρι κι εκείνος, χωρίς δεύτερη κουβέντα, υπάκουσε.
Όταν επιτέλους φτάσαμε, παρκάραμε το αμάξι και βγήκαμε στους δρόμους. Πιαστήκαμε από το χέρι και ρωτούσαμε όποιον βρίσκαμε μπροστά μας για διαθέσιμο δωμάτιο.
Εκεί, καταμεσής της ασφάλτου, μου πέρασε μια βλάσφημη σκέψη. Αν μέναμε σπίτι, τώρα θα ήμουν κάτω από το κλιματιστικό, με ένα ποτήρι παγωμένο νερό στο χέρι και ίσως και λίγο Netflix.
Έδιωξα τη σκέψη πριν προλάβει να ριζώσει. Είχαμε συμφωνήσει να κάνουμε κάτι διαφορετικό.
Και τότε, το θαύμα έγινε. Ένας κύριος μας πλησίασε και μας είπε πως είχε ένα δωμάτιο ελεύθερο. Ήσυχο, δροσερό και… με δικό του μπάνιο.
Δεν ξέρω αν φαινόμασταν σαν ερωτευμένο ζευγάρι ή σαν δύο ναυαγοί. Το μόνο βέβαιο ήταν πως χρειαζόμασταν επειγόντως ντους και ύπνο.
Κι έτσι έγινε. Αφού φρεσκαριστήκαμε, ανάψαμε το αιρ κοντίσιον και ξαπλώσαμε στο κρεβάτι. Είχαμε συμφωνήσει να κοιμηθούμε για λίγο ώστε να ανακτήσουμε τις δυνάμεις μας.
Πάνω που ένιωθα τα μάτια μου να κλείνουν και το σώμα μου να παραδίνεται, ένιωσα κάτι να γλιστρά απαλά πάνω στην πλάτη μου.
Άφησα ένα μουγκρητό και τραβήχτηκα λίγο πιο πέρα. Χαμογέλασα από μέσα μου. Ο σύζυγος μάλλον είχε διαφορετική ερμηνεία της λέξης «ξεκούραση».
Αποφάσισα να προσποιηθώ ότι κοιμόμουν. Αν επέμενε, θα το συζητούσαμε… μετά τον ύπνο. Τίποτα δεν θα έμπαινε ανάμεσα στη μεσημεριανή μου ανάπαυλα και στον δροσερό φίλο μου, το Fujitsu.
Όμως, το άγγιγμα συνεχίστηκε. Αυτή τη φορά ήταν πιο έντονο, σχεδόν γαργαλιστικό. Άφησα άλλο ένα μουγκρητό, πιο βαθύ, μήπως και πιάσει το μήνυμα. Εκείνος, κουνήθηκε ανήσυχος και με ρώτησε:
«Τι συμβαίνει; Δεν μπορείς να κοιμηθείς;»
Αναστέναξα βαθιά. Το έπαιζε και θεατρίνος! Ήταν ολοφάνερο τι πήγαινε να κάνει. Ήθελε να με κάνει να φανώ πως δεν μπορούσα να ηρεμήσω κι εκείνος απλώς θα προσφερόταν να βοηθήσει… όπως μόνο ένας στοργικός σύζυγος ξέρει.
«Ξέχασέ το!» του είπα μέσα από τα δόντια μου.
«Ποιο;» απάντησε εκείνος. Εγώ, πάντως, θα του έδινα Όσκαρ πρώτου αντρικού ρόλου.
Έσφιξα το μαξιλάρι μου νευρικά. Όμως δεν σταμάτησε. Αυτή τη φορά ήταν πιο έντονο. Τίναξα νευρικά το σεντόνι από πάνω μου και του είπα σχεδόν απειλητικά.
«Σταμάτα αυτό που κάνεις με την πλάτη μου!»
Σώπασε. Για δύο δευτερόλεπτα που μου φάνηκαν δύο χρόνια. Κι ύστερα, με φωνή που έτρεμε, ψιθύρισε:
«Δεν σε ακουμπάω….»
Πάγωσα. Το αίμα μου κατέβηκε μέχρι τις πατούσες. Ξαφνικά, ένιωσα πίσω μου μια κίνηση. Εκείνος σηκώθηκε αργά, και με φωνή αυστηρή είπε:
«Μην κουνηθείς!»
Αυτό ήταν σίγουρο. Είχα μαρμαρώσει από τον φόβο μου. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να ανοιγοκλείνω τα μάτια μου.
Και τότε, ένα δυνατό χτύπημα με το μαξιλάρι προσγειώθηκε στην πλάτη μου. Πετάχτηκα από το κρεβάτι, τσιρίζοντας σαν να έπαιζα σε ταινία τρόμου. Ο άντρας μου είχε αρπάξει το μαξιλάρι και κοπάναγε με πάθος τα σεντόνια. Κι όσο εκείνος χτυπιόταν με τον εισβολέα, τόσο περισσότερο ούρλιαζα.
«Ηρέμησε!» μου φώναζε ο άντρας μου ενώ σεντόνια και πούπουλα εκσφενδονίζονταν στον αέρα.
Μέχρι που την είδα. Ανάμεσα στα κλινοσκεπάσματα που στριφογύριζαν πάνω από τα κεφάλια μας, στροβιλιζόταν μια σαύρα.
Στο μυαλό μου είχε περίπου το μέγεθος κροκόδειλου.
Δεν ξέρω αν ήταν μεταλλαγμένη και αν είχε φτερά, αυτό που ήξερα όμως, ήταν πως το διήμερο μου είχε μόλις τελειώσει.
«Γούρι, γούρι…» είπε ο καλός μου και λύθηκε στα γέλια.
Φυσικά, δεν το βρήκα καθόλου αστείο. Το κατάλαβε πολύ καλά όταν γυρίσαμε σπίτι. Από τότε έχει αναλάβει τον εξονυχιστικό έλεγχο του κρεβατιού. Κάθε βράδυ. Αν ποτέ δει κάτι να κινείται, το σκοτώνει. Αν δεν δει, απλώς με αφήνει να κοιμηθώ.
Και κάπως έτσι σώθηκε ο γάμος μας.
Εκείνος έγινε κυνηγός σαυρών κι εγώ κοιμάμαι ήσυχη… με το ένα μάτι ανοιχτό.
