Από τις Πανελλήνιες στην κατάψυξη

Ακολουθήστε με

Έχει μπει ήδη η άνοιξη. Έξω, τα πουλάκια κελαηδούν κι η διάθεση αλλάζει. Για τους άλλους. Για μένα και για την οικογένειά μου, αγριεύει.
Λίγες μέρες πριν από τις Πανελλήνιες. Όχι τις δικές μου. Της κόρης μου.

Το δωμάτιό της; Απροσπέλαστο. Πόρτα κλειστή. Εκείνη μέσα. Εγώ απ’ έξω, να στήνω αυτί πίσω από την ερμητικά σφραγισμένη πόρτα. Ενίοτε, ρίχνω ματιά κι από την κλειδαρότρυπα. Όμως κάποιες τσάντες κρεμασμένες στο πόμολο, μου κόβουν τη θέα. Να μην ξεχάσω, μόλις μου δοθεί το σήμα ελευθέρας πρόσβασης, να τις ξεκρεμάσω.

Ξαφνικά, ακούω σελίδες να γυρίζουν νευρικά. Χριτς χριτς. Το ίδιο και τα νεύρα μου. Αλλά και του άντρα μου. Έχουμε συνάψει συμβόλαιο σιωπής. Κανείς μας δεν θα μιλήσει, κανείς δεν θα προβάλλει αντίδραση.

Γι’ αυτό στο σπίτι μιλάμε πλέον με νοηματική. Ναι. Με νοηματική χωρίς ήχους και λέξεις. Όταν θέλει το έτερον ήμισυ να μάθει τι κάνει το παιδί, με κοιτάζει στα μάτια. Κάνει ένα νεύμα προς το δωμάτιό της. Ύστερα, με τα χέρια: «Διαβάζει;»

Μετά, έρχεται η δική μου σκηνή. Πάντα σιωπηλή. Κουνάω απλώς το κεφάλι ή κάνω σχέδια με τα δάχτυλα. Ακόμα και ο σκύλος έχει καταλάβει. Γαβγίζει σπάνια και όταν θέλει κάτι, τρίβεται στα πόδια μας. Σαν γάτα.

Οι ρόλοι έχουν μοιραστεί. Και όλα κυλούν όπως τα θέλει εκείνη. Τίποτα να μην ταράξει την ησυχία της. Εκτός κι αν πρόκειται να τη δωροδοκήσω.
«Θέλεις να παραγγείλεις καφέ;» τη ρωτάω.

Πετάγεται. Με κοιτάζει σαν χαμένη. Τη βλέπω να συνοφρυώνεται. Μόλις της έχω πει τη μαγική λέξη.

«Αν θες, μπορείς να πάρεις και κρέπα…» προσθέτω, και το μάτι της αστράφτει.

Μου σκάει ένα βεβιασμένο χαμόγελο. Κάτι είναι κι αυτό. Φτηνά τη γλίτωσα, σκέφτομαι. Ευτυχώς επικοινωνήσαμε και σήμερα.

«Να τον παραγγείλω από την κάρτα σου;» με ρωτάει.

«Φυσικά», απαντώ.

Η κάρτα μου αρχίζει να αδειάζει. Λίγο λίγο, αλλά σταθερά. Μέχρι την επόμενη πληρωμή.

Δεν πειράζει όμως. Χαλάλι της, συλλογίζομαι. Πού θα πάει; Θα τελειώσει και αυτό… Δεν θα τελειώσει; Κι έτσι μετρώ αντίστροφα. Μέχρι που οι Πανελλήνιες φτάνουν.

Πέρα από το σύμφωνο σιωπής με τον άντρα μου, έχω συνάψει και μία δεύτερη συμφωνία. Λέγεται: «Δεν ρωτώ τίποτα». Αυτή τη φορά, ανάμεσα σε μένα και στην κόρη μου.
Δηλαδή εκείνη το απαίτησε κι εγώ υπάκουσα. Τι άλλο μπορούσα να κάνω;

Έτσι ξεκινούν οι εξετάσεις. Με πρώτο μάθημα τα Νέα Ελληνικά.
Η καρδιά μου σφίγγεται όσο κοιτάζω το ρολόι. Τα λεπτά περνούν. Το ίδιο και οι ώρες.

Κι ύστερα, αρχίζω το ψάξιμο στο ίντερνετ. Τι θέμα να έπεσε; Φαίνεται εύκολο… αλλά εκείνη τι να έγραψε;

Κάποια στιγμή, το τηλέφωνο χτυπάει. Βλέπω το όνομά της στην οθόνη. Οι παλμοί μου ανεβαίνουν κατακόρυφα. Σε αντίθεση με το ηλεκτρονικό μου πορτοφόλι. Εκείνο όλο και μειώνεται.

«Όλα καλά;» τη ρωτάω με αγωνία. Όμως συνέρχομαι. Αποφασίζω να το παίξω άνετη. Σαν να είχε πάει βόλτα με φίλους. Ευτυχώς που το ’χω με την υποκριτική. Κάτι τέτοιες στιγμές με θαυμάζω.

Και τότε αρχίζει να νιώθει άνετη. Μόνη της «σπάει» τη συμφωνία μας.

Νιώθει ελεύθερη μέσα από την αδιαφορία μου. Κι εγώ ανακουφίζομαι, άσχετα με το αποτέλεσμα του γραπτού της.

Κι έτσι κυλούν οι μέρες, μέχρι που οι εξετάσεις τελειώνουν.

Και κάπου εκεί που νόμιζα πως οι αγωνίες έφτασαν στο τέλος τους, έρχεται η ώρα της επιλογής. Ξανά, η συμφωνία «δεν ρωτώ τίποτα» μπαίνει στο προσκήνιο. Πρέπει να αποφασίσει, να ψάξει, μόνη της.

Εγώ από την άλλη, νιώθω σαν μπαλόνι παραγεμισμένο έτοιμο να σκάσει. Αναζητώ πλάγιους τρόπους για πληροφορίες, να μάθω τι σκέφτεται, τι θέλει. Και τους βρίσκω. Κρυμμένους μέσα στην καρμπονάρα, στα οικογενειακά μας γεύματα.

 «Σου αρέσει η μακαρονάδα; Ίσως ήθελε περισσότερο μπέικον. Τώρα που είπα μπέικον, ποια σχολή σκέφτεσαι;»

Νιώθω το βλέμμα της να με καρφώνει. Ίσως να απορεί κιόλας. Να είναι η μάνα της χαζή ή απλώς θρασύτατη; Αποφασίζει να μην απαντήσει με λόγια. Αφήνει δυο υπονοούμενα μέσα από τις μπουκιές γεμάτες ζυμαρικά.

Εγώ παρατηρώ το πιρούνι της. Έχω άλλη μια ευκαιρία. Μόλις αδειάσει θα επανέλθω. Ίσως να βγάλω λαβράκι…

Γι’ αυτό αποφασίζω να της κλείσω συμβουλευτική. Όχι για ψυχιατρική παρακολούθηση. Αυτό το αφήνω για μένα. Για καθοδήγηση μηχανογραφικού, από έναν ειδικό.

Η ώρα φτάνει κι εκείνη αποσύρεται στο δωμάτιό της. Κεκλεισμένων των θυρών η συνεδρία. Κι εγώ πάλι απ’ έξω. Σιωπηλή, πίσω από την κλειδαρότρυπα.

Τη βλέπω να κουνάει το κεφάλι της. Συμφωνεί, δεν λέει πολλά. Κι όταν μιλά, ψιθυρίζει. Κοιτάζω το ρολόι μου. Είναι επτά η ώρα κι έχει ακόμη σχεδόν ένα δίωρο. Δεν την παλεύω να μείνω εκεί. Όχι και τίποτα άλλο, δεν το έχω με την παντομίμα. Πρέπει να απασχολήσω το μυαλό μου. Να μην σκέφτομαι.

Και τότε, σαν από μηχανής θεός, μου έρχεται ιδέα. Είχα παραγγείλει σακουλάκια σιλικόνης για τακτοποίηση κατάψυξης. Ευκαιρία λοιπόν να βάλω τα συρτάρια μου σε τάξη. Πηγαίνω στην κουζίνα και ξεκινώ με ζήλο.

Βγάζω τα συρτάρια, ανοίγω περιεχόμενα, αδειάζω σκέψεις. Αρχίζω να πλένω, να τρίβω με μανία. Άνηθος, μαϊντανός, μπέικον, μου ρουφήξατε την ψυχή.

Όπου θέλατε βρισκόσασταν όλα αυτά τα χρόνια. Τέρμα τα ψέματα. Ήρθε η ώρα να σας τοποθετήσω όπως θέλω εγώ! Η ώρα περνάει κι ανοίγω σακουλάκια, γεμίζω, γράφω ετικέτες με ονόματα.

Έτσι, το ένα μετά το άλλο, μπαίνουν υπάκουα στη θέση τους. Η κόρη μου μέσα στο δωμάτιο βάζει τα όνειρά της σε κουτάκια. Εγώ απ’ έξω, τον άνηθο δίπλα στο μπέικον.

Όταν τελειώνει η συνεδρία, βγαίνει σχεδόν χαμογελαστή.

Την κοιτάζω, με κοιτάζει.

Δεν λέω τίποτα.

Ανοίγω τα συρτάρια και της δείχνω την κατάψυξη.

Μοιραστείτε το
Παρακολούθηση προόδου
Εγγραφείτε

Αφήστε ένα Σχόλιο