Τσικνισμένη Κυριακή

Ακολουθήστε με

Ξημέρωσε Κυριακή. Ανοίγω το ένα μάτι. Ντιν νταν, η καμπάνα. Κλείνω το μάτι.

Ντιν νταν, ξανά. Πολύ φοβάμαι πως η εκκλησία σήμερα θα πάει περίπατο.

Κοιτάζω το ρολόι. Εφτά. Άργησα κι εχθές να κοιμηθώ. Ξενύχτησα αγκαλιά με ζεστή κουβέρτα και αναμμένο τζάκι. Προλαβαίνω έναν υπνάκο ακόμη.  

Και ξαφνικά… ανοίγω τα μάτια. Και τα δύο, διάπλατα. Πάγωσα.

Ώρα Ελλάδος, δέκα και μισή! Πετάγομαι από το κρεβάτι σαν τσουρουφλισμένη. Ορμώ στο σαλόνι.

Το αμόρε της ζωής μου είναι εκεί.

«Ξύπνησε η ωραία κοιμωμένη;» με ρωτάει.

Μετά από τριάντα χρόνια μαζί, ξέρει καλά πως η μόνη ομοιότητά μου με την ωραία κοιμωμένη είναι ότι… κοιμόμαστε.

«Σου έχω φτιάξει καφέ. Μερακλίδικο», συμπληρώνει.

Τρέχω αμέσως στην κουζίνα. Ρουφάω λαίμαργα την πρώτη γουλιά. Το ίδιο λαίμαργα θέλω να τη φτύσω.

Τι αηδία είναι αυτή; Έχει, πάντως, καφέ χρώμα. Ό,τι κι αν έφτιαξε, έχει σίγουρα καφεΐνη.

«Σου αρέσει ο καφές;» με ρωτάει. Για λίγα δευτερόλεπτα κοκκαλώνω.

«Μμμ…» αφήνω ένα μακρόσυρτο μούγκρισμα.

«Λείπει κάτι;» αναρωτιέται και γυρίζει προς το μέρος μου. Αποφασίζω να μπλοφάρω.

«Μήπως ζάχαρη;» ξεφουρνίζω.

Αποφασίζω να μην του αναλύσω πως υστερεί σε καϊμάκι, καφέ και σωστή θερμοκρασία.

Το ξεκίνημα της Κυριακής μου δεν είναι και το καλύτερο. Η ώρα έχει πάει ήδη έντεκα.

Αφήνω τον καφέ και αρπάζω το κρέας από το ψυγείο. Με το ένα χέρι, μαχαίρι, κρεμμύδι, καρότο.

Με το άλλο, το ξύλο κοπής. Με γρήγορες κινήσεις που θα ζήλευε και ο καλύτερος σεφ, αρχίζω συγχρόνως να κόβω λαχανικά και κρέας. Στο μάτι της κουζίνας έχω ήδη βάλει το λάδι να κάψει. Μέχρι που έκαψε.

Και με το παραπάνω.

«Το τσικνίσαμε για τα καλά σήμερα!» φωνάζει από μέσα το έτερον ήμισυ.

Δεν απαντώ. Μόνο μουγκρίζω. Του την έχω φυλαγμένη για τον καφέ.

Συνεχίζω το μαγείρεμα, ενώ συγχρόνως πλένω πιάτα, ποτήρια και κατσαρόλες. Έχω πάρει φόρα.

Για μια στιγμή σκέφτομαι πως θα είχα μεγάλη επιτυχία στο MasterChef.  

Ώσπου θυμάμαι το καλάθι με τα άπλυτα. Πάγωμα, μέρος δεύτερο. Χαμηλώνω το μάτι της κουζίνας.

Δεν είναι ώρα για δεύτερο τσίκνισμα. Τρέχω αμέσως στο μπάνιο. Όπως πάντα, είναι κατειλημμένο.

«Ποια είναι μέσα;» ρωτάω και η φωνή μου ακούγεται σαν να είμαι σε συναυλία των Motörhead.

«Γιατί; Δεν θα μπορούσε να ήταν ο μπαμπάς στο μπάνιο;» απαντάει, όπως πάντα ετοιμόλογη η μεγάλη μου κόρη.

Σε σπίτι με τέσσερα άτομα, ζευγάρι και δυο έφηβες, οι πιθανότητες να βρίσκεις μπάνιο ελεύθερο την κρίσιμη στιγμή είναι μηδενικές.

«Τελειώνεις; Θέλω να βάλω πλυντήριο!» φωνάζω.

Με την άκρη του ματιού μου βλέπω ένα σωρό ρούχα να ισορροπούν επικίνδυνα πάνω σε μια καρέκλα.

«Τι γίνεται εδώ;» ουρλιάζω με φωνή τύπου Lemmy.

«Πείτε μου ότι φτιάχνετε τις ντουλάπες σας!» απαντάω για λογαριασμό τους.

Το βλέμμα μου σαρώνει το δωμάτιο.  

«Πώς κάνεις έτσι; Έψαχνα κάτι να φορέσω», απαντάει αδιάφορα το τέκνο που ήταν στο μπάνιο.

Το άλλο ούτε που γύρισε να με κοιτάξει. Είχε μάτια μόνο για το κινητό του.

«Όταν γυρίσω, θέλω το δωμάτιο να αστράφτει!»

Δεν ξέρω αν συμφώνησαν μαζί μου ή απλώς μου έκλεισαν την πόρτα στη μούρη.

Τρέχω στο μπάνιο και αρπάζω το καλάθι. Είμαι σίγουρη πως το ρεκόρ σπριντ το έχω στο τσεπάκι μου.

«Ανάθεμα το πλυντήριο που έβαλα στην ταράτσα», ψιθυρίζω.

Ξεχωρίζω λευκά, σκούρα και χρωματιστά. Τι επείγει για πλύσιμο; Σκούρα. Τα ρίχνω με μανία στον κάδο.

Επιστρέφω στην κουζίνα. Τρέχοντας, φυσικά. Αποφασίζω να φτιάξω έναν καφέ της προκοπής. Μέχρι να γίνει, παίρνω σκούπα.

Ξεκινάω να σκουπίζω το σαλόνι. Κάτω από καναπέδες, τραπέζια. Το μάτι μου λοξοδρομεί. Αυτή τη φορά προς το μπαλκόνι.

Ένα παχύ στρώμα φύλλων κείτεται στο πλακάκι. Κολλάω το πρόσωπό μου στο τζάμι και εντοπίζω τον ένοχο. Το σκυλί βρίσκεται έξω με μερικά φύλλα στο στόμα του.

Βλέπω τη γλάστρα με τον βασιλικό. Άδεια! Ένα μούδιασμα απλώνεται στο κρανίο μου.

Ο σκύλος με κοιτάζει, φτύνει τα φύλλα και κρύβεται ανάμεσα στις γλάστρες. Τουλάχιστον θα έχει ευχάριστη αναπνοή, παρηγορώ τον εαυτό μου.

Ανοίγω αργά την τζαμαρία. Πετάω επιδεικτικά το φαράσι μπροστά του. Εκείνος μου κουνάει την ουρά.

Τον αγνοώ και αρχίζω να σκουπίζω.

Ξάφνου, ένας ύπουλος αλλά αρκετά τρομακτικός θόρυβος φτάνει στα αυτιά μου.

«Ο καφές μου!» τσιρίζω. Με δύο δρασκελιές έχω φτάσει στην κουζίνα. Κλείνω το μάτι και βγάζω το μπρίκι από τη φωτιά.

Όμως είναι αργά. Ο καφές έχει γίνει ένα με την κεραμική εστία. Παίρνω ό,τι βρίσκω μπροστά μου και μαζεύω τα υγρά. Τα βλέπω να στάζουν μέχρι κάτω.

Κι εκεί, ανάμεσα στην ηλεκτρική κουζίνα και το πάτωμα, μια γλώσσα. Του σκύλου.

Ένα από τα καλά να έχεις ζώο στο σπίτι. Εννοώντας, το τετράποδο. Δεν χρειάζεσαι σχεδόν ποτέ σφουγγαρίστρα.

Μέχρι που μια μυρωδιά καμένου τρυπώνει στη μύτη μου.

Βουτάω τη χύτρα και την πετάω στο νεροχύτη. Ανοίγω τη βρύση. Ο ατμός με τυλίγει. Προσπαθώ να ηρεμήσω.

Θυμήθηκα πως δεν έχω πάρει το χάπι της πίεσης. Βγάζω το καπάκι και τι να δω! Κομμάτια από κρέας κολλημένα το ένα δίπλα στο άλλο, χωρίς καμιά υγρασία πάνω τους. Και το χρώμα τους;

Ας μην το σχολιάσω.

«Τι καλό θα φάμε σήμερα;» με ρωτάει ο έρωτας. 

Δεν απαντώ. Κλείνω τα μάτια και αφήνομαι στον ατμό της κατσαρόλας.

Μοιραστείτε το
Παρακολούθηση προόδου
Εγγραφείτε

Αφήστε ένα Σχόλιο