Ας ξεκινήσω από την πρώτη κατάβαση. Την πρωινή.
Αρχικά, προσπαθώ να φτάσω στο αμάξι μου. Κατεβαίνω τις σκάλες. Στον ώμο μου έχω την τσάντα.
Τη μεγάλη, που θυμίζει βαλίτσα. Στο ένα χέρι κρατάω το τσαντάκι κολατσιού. Στο άλλο, τον καφέ.
Είμαι παραδοσιακή όσον αφορά τα ροφήματά μου. Δεν το έχω με τα ξενόφερτα.
Τρίτο χέρι δεν έχω φυσικά, αλλά έχω γυμνάσει δείκτη και παράμεσο.
Εκεί συνήθως κρεμιέται η σακούλα σκουπιδιών. Πάντα σε απόσταση ασφαλείας από το σώμα μου.
Όχι τίποτα άλλο, φοράω και απομίμηση κολόνια. Αυτό μου έλειπε! Να υπερισχύσει το άρωμα “πράσινο μήλο” της γνωστής εταιρείας απορριμμάτων.
Κάποια στιγμή φτάνω στο αμάξι. Αφήνω πρόχειρα τον φραπέ στην οροφή.
«Θα επιστρέψω σε λίγο», υπενθυμίζω στον εαυτό μου.
Περπατάω αργά στην κατηφόρα, ακροβατώντας στα εξάποντα τακούνια. Αν αυτό δεν είναι γυμναστική για τις γάμπες, τότε τι είναι;
Αυτό ήταν! Απόρριψη σκουπιδιών επιτυχής.
Μπαίνω στο αμάξι και βάζω μπρος. Μία φράση μου έρχεται σφήνα στο μυαλό μου:
«Πετρέλαιο είναι», μου θυμίζει συνεχώς ο καλός μου και πάντα κλείνει με την κλασική του ατάκα:
«Το αφήνουμε λίγο να ζεσταθεί…»
Έτσι, το αμάξι μου παίρνει τον χρόνο του κι εγώ τον δικό μου.
Βάζω κραγιόν, στρίβω κι ένα τσιγάρο.
Σαράντα λεπτά δρόμος μέχρι το γραφείο. Και το χειρότερο; Θα διασχίσω τον Κηφισό.
Δεύτερη κατάβαση μετά τις σκάλες.
Ξεκινάω το αμάξι και… γκουπ! Παγώνω. Η υπενθύμιση που δεν ήρθε ποτέ.
Ο φραπές κατρακυλάει στην κατηφόρα. Τον παρακολουθώ απ’ τον πλαϊνό καθρέφτη αβοήθητη.
Το μπουκάλι προσγειώνεται με μεταλλικό κρότο. Ένας σκύλος γαβγίζει κάπου, ένα παντζούρι ανοίγει.
Εγώ, με κραγιόν άψογο και ένα ελαφρύ πετάρισμα στο βλέφαρο, ψιθυρίζω: «Τη γκαντεμιά μου πρωί πρωί!»
Κοιτάζω το ρολόι του αυτοκινήτου. Επτά παρά τέταρτο; Γουρλώνω τα μάτια μου.
Αμέσως όμως συνειδητοποιώ πως η ώρα είχε αλλάξει χθες.
Εννοείται πως υπενθυμίζω για μία ακόμη φορά στον εαυτό μου ότι πρέπει να διορθώσω την ώρα.
Το πρόβλημα; Έχω θέμα με τις υπενθυμίσεις. Δεν τις θυμάμαι.
Αυτό που με απασχολεί είναι άλλο. Τι κάνω τώρα με την απώλεια του καφέ;
Να ανέβω πάνω να φτιάξω άλλον ή να πάρω έναν από τον δρόμο; Δεν χρειάζεται να το σκεφτώ πολύ. Τέρμα οι σκάλες για τώρα!
Όχι και τίποτα άλλο, θα με δει κι ο σκύλος και θα νομίσει πως επέστρεψα σπίτι. Δεν είναι ώρα να παίζω με την ψυχοσύνθεσή του.
Βάζω πρώτη και ξεκινάω. Φτάνω στο τέλος του δρόμου, στην ανηφόρα. Από κάτω έρχεται κομβόι.
Αμάξια, μηχανάκια και σχολικές τσάντες που κρέμονται δεξιά κι αριστερά.
Ρίχνω μια ματιά στην ώρα. Αυτή τη φορά τη σωστή. Οχτώ παρά πέντε.
Δύσκολη ώρα για κατάβαση, αν βρίσκεσαι δίπλα σε σχολείο. Αφήνω αναγκαστικά τα αυτοκίνητα να ανέβουν.
Αν κάτι έμαθα καλά από τη σχολή οδηγών, ήταν να δίνω προτεραιότητα. Όπου είμαι αναγκασμένη δηλαδή.
Περιμένω. Τα δευτερόλεπτα περνούν. Ξαφνικά ο δρόμος αδειάζει. Πατάω συμπλέκτη, βάζω πρώτη και ετοιμάζομαι.
Από μακριά ένα αμάξι κάνει την εμφάνισή του. Αργά, πολύ αργά. Το μαθηματικό μου μυαλό κάνει ήδη πράξεις. Ή ξεκινάω τώρα ή μένω και βράζω στο ζουμί μου. Φεύγω, φυσικά.
Έτσι διασχίζω την κατηφόρα σαν σίφουνας.
Μετά από λίγο φτάνω σε έναν δρόμο που δεν ξέρω πώς λέγεται. Καθόλου δεν με νοιάζει.
Του έχω δώσει ήδη ένα δικό μου. Ο δρόμος «μάντεψε από πού». Κι αυτό γιατί; Δεν ξέρεις ποτέ από πού θα πεταχτούν οι επιτήδειοι. Έτσι, οδηγώ στη μέση.
Δεν έχει σημασία αν είναι μονής κατεύθυνσης ή όχι. Απλώς το ένστικτο αυτοπροστασίας υπερισχύει του Κ.Ο.Κ.
Προχωράω λίγο ακόμα. Όπου να’ ναι θα συναντήσω το μαγαζί για τον καφέ.
Ήδη βρίσκομαι στο τιμόνι για ένα ολόκληρο τέταρτο. Χωρίς δόση καφεΐνης. Τα νεύρα μου έχουν αρχίσει να κλονίζονται.
Επιτέλους, το βλέπω από μακριά. Χωρίς να χάνω χρόνο, σαρώνω με το βλέμμα μου για θέση στάθμευσης.
Τελικά, η αναζήτηση παρκαρίσματος αποτυγχάνει παταγωδώς. Παίρνω ανάσα, αφήνω ανάσα.
Βουρ για το επόμενο. Καθώς οδηγώ, εντοπίζω ακόμη τέσσερα μαγαζιά.
Φυσικά, χωρίς καμία κενή θέση για να σταθμεύσω. Υπολογίζω πως έχω διανύσει πέντε χιλιόμετρα χωρίς καφέ. Αρχίζω και νιώθω τη στέρηση. Το «υγρό στοιχείο» που ρυθμίζει τα νεύρα μου, λείπει από το αίμα μου.
Και ξαφνικά το θαύμα γίνεται. Ένα καφενείο εμφανίζεται μπροστά μου. Και όχι μόνο αυτό, αλλά έχει χώρο να παρκάρει ακόμη και νταλίκα. Πλησιάζω αργά. Ρίχνω μία προσεκτική ματιά στους θαμώνες. Γνώριμο σκηνικό. Άντρες, ηλικίας εξήντα και άνω.
Σχεδόν όλοι πίνουν παγωμένο καφέ. Το βλέμμα μου καρφώνεται στα ποτήρια τους. Φρέντο, εσπρέσο, ίσως και λάτε. Καλό σημάδι αυτό. Δεν μπορεί, κάποιος εδώ μέσα θα ξέρει να φτιάχνει κι έναν ταπεινό φραπέ.
Βγαίνω από το αμάξι με αυτοπεποίθηση. Εννοείται πως τράβηξα την προσοχή τους.
Σηκώνω το κεφάλι ψηλά σαν ντίβα που βρέθηκε κατά λάθος στα δυτικά προάστια.
Περπατάω προς το μαγαζί με σταθερό βήμα. Φτάνω στο ταμείο. Ένας τύπος με αχτένιστο μαλλί και άσπρη ποδιά, λες και ετοιμάζεται για εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς, στέκεται ακίνητος και με κοιτάζει.
«Η κυρία;» με ρωτάει. Είμαι σίγουρη ότι νομίζει πως έχω χαθεί. Αποφασίζω λοιπόν να παίξω το παιχνίδι του. Πετάω την πρώτη φράση που μου έρχεται στο μυαλό.
«Την οδό Μαραμένων Ανθών την ξέρετε;» ξεφουρνίζω με φυσικότητα.
Εκείνος με κοιτάζει μαρμαρωμένος. Τον βλέπω να γουρλώνει τα μάτια. Συνεχίζω ατάραχη.
Ο οργανισμός μου χρειάζεται καφεΐνη.
«Έναν φραπέ μέτριο χωρίς γάλα. Και γρήγορα παρακαλώ!»
