Καυτή πατάτα

Ακολουθήστε με

Απόψε μας έχουν καλέσει σε οικογενειακό τραπέζι. Η θεία μου μόλις γύρισε από το χωριό φορτωμένη ζαρζαβατικά, ιστορίες και ένα αρνί γάλακτος. Το τελευταίο ήταν και το σοβαρότερο νέο της ημέρας. Θα μας έφτιαχνε αρνί με πατάτες στον φούρνο. Με πήρε τηλέφωνο ενώ ήμουν στη δουλειά. Για να με προειδοποιήσει.

«Κοίτα μη φας τίποτα μέχρι το βράδυ. Θα φτιάξω αρνάκι μόνο για εσάς. Σας περιμένω».

Μόλις το άκουσα, άρχισαν τα πρώτα σάλια να τρέχουν. Είχα σκοπό να φάω πολύ. Πραγματικά πολύ.

Αρνήθηκα κάθε ελκυστικό έδεσμα που πέρασε από μπροστά μου στη δουλειά. Κρουασάν με γέμιση σοκολάτας; Το αγνόησα επιδεικτικά. Συνάδελφος έφερε ταψί με τυρόπιτα. Κράτησα χαρακτήρα. Λίγο αργότερα εμφανίστηκε και μια κούτα με γαριδάκια. Ούτε εκεί λύγισα.

Ήμουν άνθρωπος με στόχο. Και ο στόχος είχε πέτσα, πατάτες και ζουμί.

Οι υπόλοιπες ώρες κύλησαν βασανιστικά αργά. Στο γραφείο, άκουγα τους συναδέλφους να μασουλάνε ασταμάτητα. Κάθε σακουλάκι που άνοιγε, ακουγόταν στα αυτιά μου σαν προσωπική πρόκληση. Όποτε χτυπούσε το τηλέφωνο, ήλπιζα να ήταν η θεία μου και να μου ανακοινώσει ότι το φαΐ είχε βγει νωρίτερα και μπορούσαμε να ξεκινήσουμε αμέσως.

Είχα ήδη αντισταθεί σε σοκολάτες, τυρόπιτες και κάθε είδους πειρασμό. Αν αυτό δεν ήταν ατσάλινη θέληση, τότε τι ήταν;

Όταν έφτασα στο σπίτι, κατευθύνθηκα μηχανικά προς το ψυγείο. Διάφορα τυριά και σαλάμια μου έκλεισαν το μάτι. Έσφιξα τα δόντια, ήπια ένα ποτήρι νερό και απομακρύνθηκα από την κουζίνα πριν πάρω αποφάσεις που θα μετάνιωνα.

Ώσπου έφτασε η πολυπόθητη ώρα και μπήκαμε στο αμάξι. Ο άντρας μου και τα παιδιά μιλούσαν ακατάπαυστα. Εγώ σιωπή. Εξοικονομούσα ενέργεια. Για το πιρούνι.

Η θεία μας υποδέχτηκε με μεγάλη χαρά. Αγκαλιές, φιλιά αλλά αρνάκι πουθενά ακόμη. Η απογοήτευσή μου μεγάλωσε όταν μας οδήγησε στο μπαλκόνι.

«Εδώ θα φάμε;» τη ρώτησα ανυπόμονα και κοίταξα τριγύρω για τα σερβίτσια.

«Όχι, εδώ θα κάτσουμε να σας πω πρώτα τα νέα μου», απάντησε ενθουσιασμένη και στρογγυλοκάθισε.

Έκατσα ανόρεχτα στην καρέκλα. Από την άλλη, η όρεξή μου για τραγανή πετσούλα και λεμονάτες πατάτες δεν δεχόταν άλλες καθυστερήσεις. Η θεία έλειπε στο χωριό τρεις μήνες. Οπότε η αφήγησή της ξεκίνησε από νωρίς. Από την πρώτη μέρα που πάτησε εκεί.

Έκανα πρόχειρα τους υπολογισμούς. Με δέκα λεπτά εξιστόρηση για κάθε μέρα παραμονής, το αρνί θα είχε προλάβει να γίνει ανάμνηση κι εμείς μόνιμοι κάτοικοι του μπαλκονιού.

Κάποια στιγμή, σηκώθηκα με την πρόφαση πως ήθελα να πάω τουαλέτα.

Στη διαδρομή, αφού σιγουρεύτηκα πως δεν με έβλεπαν, λοξοδρόμησα προς την κουζίνα. Οι μυρωδιές από το φρεσκοψημένο αρνάκι μου έφεραν μια μικρή ζαλάδα. Σαν υπνωτισμένη ακολούθησα τη μύτη μου.

Κοίταξα ξανά προς το μπαλκόνι. Ευτυχώς που η θεία αγαπούσε τις χοντρές κουρτίνες. Κανείς δεν μπορούσε να δει πού βρισκόμουν πραγματικά. Άνοιξα όσο πιο αθόρυβα μπορούσα την πόρτα του φούρνου. Ένα καυτό κύμα με χτύπησε στο πρόσωπο. Για λίγο νόμισα πως έπαθα έγκαυμα πρώτου βαθμού πριν καν προλάβω να φάω.

Έκανα ένα βήμα πίσω και περίμενα να φύγει ο καυτός αέρας. Αυτή τη φορά, χωρίς να έχω το πρόσωπό μου στην πρώτη σειρά. Αφού σιγουρεύτηκα πως μπορούσα να πλησιάσω, βούτηξα ένα πιρούνι και κάρφωσα την πρώτη πατάτα που είδα μπροστά μου. Την έφερα στα ρουθούνια μου και αφέθηκα στη μυρωδιά της. Την έβλεπα να αχνίζει πάνω στο πιρούνι μου.

Μέχρι που άκουσα τη φωνή της θείας.

«Πού είσαι κορίτσι μου; Θα χάσεις τα καλύτερα νέα…»

Ο ήχος από τις σαγιονάρες της που ακούστηκε ξαφνικά με έκανε να χάσω τον έλεγχό μου. Στεκόμουν μπροστά από τον φούρνο της με τα ενοχοποιητικά στοιχεία στο χέρι μου. Αν υπήρχε κάτι που δεν άρεσε στη θεία μου, ήταν να δοκιμάζει κάποιος από τα φαγητά της πριν τα σερβίρει. Για εκείνη, αυτό δεν ήταν απλώς αγένεια. Ήταν παρέμβαση στο έργο της.

Πάγωσα. Μπροστά μου ο φούρνος ανοιχτός. Στο χέρι μου το πιρούνι. Πάνω στο πιρούνι η πατάτα. Τα δύο «π» της απόλυτης ντροπής. Έπρεπε να σκεφτώ γρήγορα.

Να τη ρίξω πίσω στον φούρνο; Ιεροσυλία. Να την κρατήσω και να δώσω εξηγήσεις; Ακόμη χειρότερο. Κοίταξα την πατάτα πανικόβλητη. Πήρα την απόφαση που θα έπαιρνε κάθε πεινασμένος άνθρωπος σε πανικό. Την έβαλα στο στόμα μου. Και κάπου εκεί ένιωσα τη διαδρομή της πατάτας να κατεβαίνει μέσα μου σαν καυτή λάβα.

Δεν θυμάμαι πού έκρυψα το πιρούνι, ούτε πώς κατάφερα να φερθώ φυσιολογικά ενώ μέσα μου είχε μόλις ενεργοποιηθεί συναγερμός πυρκαγιάς.

Γύρισα αμέσως στο μπαλκόνι και κάθισα στη θέση μου. Ήμουν σίγουρη πως τα μάτια μου δάκρυζαν. Φυσικά, το παρατήρησε και η θεία μου.

«Συγκινήθηκες που έμαθες για τον θείο Γιώργο;» με ρώτησε. Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου. Ήταν προτιμότερο να περάσω για ευαίσθητη παρά για γυναίκα που είχε μόλις χάσει τη μάχη με μια πατάτα.

Για να μιλήσω, ούτε λόγος. Είχα πλέον πιστέψει πως είχα κάψει τις φωνητικές μου χορδές. Άρπαξα την κανάτα με το νερό δίπλα μου και ήπια ένα ποτήρι. Το άδειασα μονορούφι.

«Δίψασες;» αναρωτήθηκε ο άντρας μου.

«Μμμ…» μούγκρισα εγώ.

Γέμισα δεύτερο ποτήρι. Ύστερα και τρίτο. Εκεί άρχισαν να με κοιτάζουν περίεργα. Η πρώτη που αντέδρασε ήταν η θεία μου.

«Τι έπαθες και πίνεις νερό σαν νεροφίδα;»

Προσπάθησα να χαμογελάσω. Ακόμη και οι μύες του προσώπου μου διαμαρτύρονταν. Ξαφνικά, η θεία πετάχτηκε όρθια και μας έκανε νόημα να την ακολουθήσουμε στην τραπεζαρία. Κάτσαμε στις καρέκλες και περιμέναμε.

Το φαγητό ήρθε σερβιρισμένο σε πιατέλα. Όλοι έπεσαν με τα μούτρα. Εκτός από εμένα. Κοιτούσα το αρνάκι με τις πατάτες που άχνιζε στο πιάτο μου.

Μόνο που αυτή τη φορά δεν υπήρχε καμία λαχτάρα. Αντιθέτως, το μόνο που ήθελα ήταν ένα ποτήρι παγωμένο γάλα.

«Θεία…» είπα με φωνή ανθρώπου που είχε καπνίσει τρία πακέτα τσιγάρα και μία καυτή πατάτα. Οι υπόλοιποι γύρισαν και με κοίταξαν απορημένοι.

«Μπορώ να έχω ένα ποτήρι γάλα;»

Η θεία σταμάτησε να μασουλάει. Δηλαδή, προσπάθησε. Γύρισε προς το μέρος μου με μπουκωμένο στόμα.

«Γάζα;» με ρώτησε, ή τουλάχιστον αυτό κατάλαβα μέσα από το αρνί και τις πατάτες. «Με το αρνί;» συνέχισε σαν να μην πίστευε στα αυτιά της. Τώρα που το σκέφτομαι ίσως και μια γάζα να βοηθούσε την κατάσταση με τον οισοφάγο μου.

Τελικά, σηκώθηκε και μου έφερε το γάλα που ζήτησα. Όσο εγώ το έπινα, η οικογένειά μου με κοίταζε με δυσπιστία. Κανείς ποτέ δεν έμαθε τι πραγματικά μου είχε συμβεί. Ο άντρας μου είπε πως έφταιγε η κούραση. Η θεία πίστευε πως τα νέα για τον θείο Γιώργο μου έκατσαν βαριά. Κάποιος άλλος απέδωσε την περίεργη συμπεριφορά μου στη ζέστη.

Δεν τους διόρθωσα. Εκείνο το βράδυ δεν έφαγα αρνί. Δεν έφαγα πατάτες.


Έφαγα το μάθημά μου. Και έκαιγε.

Μοιραστείτε το
Παρακολούθηση προόδου
Εγγραφείτε

Αφήστε ένα Σχόλιο