Γενέθλια στο παρά πέντε

Ακολουθήστε με

«Χρόνια πολλά για τα γενέθλιά σας» έγραφε το πρώτο μήνυμα. Από την τράπεζα.

Μα να σε θυμούνται πάντα οι τράπεζες; Ακόμη και στα γενέθλιά σου; Κυρίως τότε, για να μη σου κακοφανεί η επόμενη χρέωση.

Κοίταξα την ώρα και άρπαξα τα κλειδιά. Έπρεπε να φύγω νωρίτερα από το σπίτι για να προλάβω να πάρω κεράσματα για το γραφείο.

Στον δρόμο, οι ειδοποιήσεις έπεφταν η μία μετά την άλλη. Αυτή τη φορά ήταν στο Viber. Αφού αγόρασα δύο κουτιά γλυκά, έριξα μια βιαστική ματιά στην οθόνη.

«Η εταιρεία τάδε σάς εύχεται χρόνια πολλά!»

Δεν κατάλαβα από την επωνυμία ποιος ακριβώς με είχε θυμηθεί. Πάτησα και το εικονίδιο του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Κι εκεί τα ίδια. Ευχές για τα γενέθλιά μου από ανθρώπους και επιχειρήσεις που ούτε ήξερα πως γνώριζαν την ύπαρξή μου.

Ευτυχώς οι ώρες στο γραφείο πέρασαν ευχάριστα. Οι συνάδελφοι ήρθαν να μου ευχηθούν και να πάρουν το απαραίτητο γλυκάκι. Γιατί τα γενέθλια στη δουλειά δεν είναι ακριβώς γιορτή. Είναι ανταλλαγή ευχών με αντάλλαγμα θερμίδες.

Αν και είχα μιλήσει με τον άντρα μου και τα παιδιά μου, κανείς δεν μου είχε ευχηθεί. Την ήξερα αυτή την τακτική. Έκαναν τους ανήξερους. Ήταν προφανές. Κάτι ετοίμαζαν.

Δεν πειράζει. Θα πήγαινα με τα νερά τους. Θα έκανα κι εγώ πως δεν υποψιαζόμουν τίποτα.

Για να τους ευχαριστήσω, με το που θα επέστρεφα σπίτι, θα ετοίμαζα το αγαπημένο τους φαγητό. Κανελόνια γεμιστά στον φούρνο, με κιμά και κρέμα γάλακτος. Μαζί και μια σαλάτα του σεφ. Χαλάλι τους. Άλλοι, στα γενέθλιά τους, περιμένουν εκπλήξεις. Εγώ θα γέμιζα κανελόνια.

Πράγματι, με το που μπήκα σπίτι, φόρεσα φόρμα και την ολόσωμη ποδιά μου. Αν ήταν να θυσιαστώ, θα το έκανα τουλάχιστον με τη σωστή ενδυμασία.

Σε λίγη ώρα, η κουζίνα θύμιζε εργαστήριο που είχε εκραγεί.

Κοίταξα το ρολόι. Όπου να’ ναι θα γύριζαν σπίτι. Άρχισα να πλένω πιάτα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Μέχρι που άκουσα το κλειδί στην πόρτα. Πρώτος μπήκε ο άντρας μου.

Ήρθε κοντά μου, έσκυψε να με φιλήσει και μου έδωσε τον θερμό με τον καφέ. Για να τον πλύνω. Το πρώτο δώρο της ημέρας ήταν ένας άπλυτος θερμός.

«Τι καλό ετοιμάζεις; Έχει μοσχοβολήσει όλο το σπίτι» μου είπε πλησιάζοντας τον φούρνο.

Τότε άκουσα ξανά την πόρτα. Αυτή τη φορά ήταν τα παιδιά. Μόλις μύρισαν το φαγητό που ψηνόταν, στάθηκαν μπροστά στον φούρνο για να δουν τι μαγείρευα. Την προσοχή τους την είχα κερδίσει. Αν όχι εγώ, τουλάχιστον τα κανελόνια.

«Σε λίγο το φαγητό θα είναι έτοιμο. Τι λέτε να ανάψουμε το τζάκι;» πρότεινα.

Ο άντρας μου έτρεξε πρόθυμα να φέρει ξύλα. Άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Έριξα μια κλεφτή ματιά από το ματάκι. Ήταν σκυμμένος και διάλεγε ξύλα. Τίποτα ύποπτο. Ούτε τούρτα, ούτε σακούλα ζαχαροπλαστείου.

Η ώρα περνούσε κι εμείς τρώγαμε και μιλούσαμε. Ήταν μια όμορφη οικογενειακή βραδιά με επίκεντρο τα γεμιστά κανελόνια.

Τούρτα, όμως, δεν έβλεπα να εμφανίζεται.

Κάποια στιγμή, σηκώθηκε ο γιος μου. Τον είδα να ανοίγει την μπαλκονόπορτα και να βγαίνει έξω. Χαμογέλασα και περίμενα. Τον άκουσα να μιλάει στο κινητό.

Μάλιστα. Άρα υπήρχε συνεννόηση με το ζαχαροπλαστείο. Μπορεί να είχαν καθυστέρηση στην παράδοση. Ή να είχαν αφήσει την τούρτα στο μπαλκόνι. Ή, ακόμη καλύτερα, να προσπαθούσε να ανάψει τα κεράκια χωρίς να τον καταλάβω. Είχα ήδη γράψει ολόκληρο το σενάριο στο μυαλό μου.

Όμως, όταν γύρισε μέσα, κρατούσε μόνο το κινητό του.

Λίγο αργότερα σηκώθηκε η κόρη μου. Πήγε στην κουζίνα και άνοιξε το ψυγείο. Έμεινε να το κοιτάζει για μερικά δευτερόλεπτα. Επιτέλους. Κάποιος είχε αναλάβει την τούρτα. Μόνο που, αν ήταν στο ψυγείο, δεν θα την είχα δει; Μπορεί να την έβαλαν κρυφά όταν ήρθαμε στο σαλόνι για να φάμε. Με την άκρη του ματιού μου παρατηρούσα την κάθε της κίνηση. Άπλωσε το χέρι της στο ράφι και άρχισε να ψάχνει.

Η αγωνία μου είχε χτυπήσει κόκκινο. Εγώ είχα ήδη συγκινηθεί. Για μια τούρτα που δεν είχα δει ακόμη. Τελικά έβγαλε ένα μπουκάλι αναψυκτικό  και γύρισε στο σαλόνι.

Ξαφνικά, ο άντρας μου πετάχτηκε από τον καναπέ.

«Τι έπαθες;» τον ρώτησα.

«Πάω να φέρω μια καινούρια λάμπα για τον πολυέλαιο. Δεν βλέπεις; Έχει καεί».

Αυτό ήταν. Ήμουν πλέον βέβαιη. Να αλλάξει λάμπα τέτοια ώρα; Είχε πάει ήδη δώδεκα παρά είκοσι. Τα γενέθλιά μου έφταναν στο τέλος τους. Ό,τι ήταν να κάνουν, έπρεπε να γίνει τώρα. Χωρίς άλλη καθυστέρηση. Τον είδα να εξαφανίζεται στην αποθήκη. Εκεί είχαν κρύψει την τούρτα;

«Την έφερα!» άκουσα τη φωνή του και γύρισα ενθουσιασμένη. Μόνο που, αντί για τούρτα, κρατούσε όντως μια λάμπα. Η μοναδική έκπληξη ήταν για τον πολυέλαιο.

Τον παρακολούθησα να ανεβαίνει σε μια καρέκλα και να αλλάζει τη λάμπα με απόλυτη προσήλωση.

Εγώ, από την άλλη, κοιτούσα το ρολόι. Η ώρα πλησίαζε δώδεκα παρά δέκα. Κάπου εκεί άρχισα να υποψιάζομαι πως οι μόνοι που θυμήθηκαν τα γενέθλιά μου ήταν η τράπεζα και κάτι ηλεκτρονικά καταστήματα.

Ώσπου ο γιος μου πετάχτηκε τρομαγμένος.

«Μπαμπά, σήμερα δεν έχει γενέθλια η μαμά;»

Όλοι κοκκάλωσαν. Ο άντρας μου έμεινε σαν στήλη άλατος, με τα χέρια ακόμη στον πολυέλαιο. Η κόρη μου γούρλωσε τα μάτια και με κοίταξε έντρομη. Το επόμενο δευτερόλεπτο επικράτησε πανικός. Εκείνος έψαχνε τα κλειδιά του αυτοκινήτου, ο γιος μου τα παπούτσια του και η κόρη μου φώναζε ξανά και ξανά μία μόνο λέξη.

«Προλαβαίνουμε;»

Ο απόλυτος πανικός. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα είχαν φορέσει μπουφάν, παπούτσια και ενοχές.

«Επιστρέφουμε!» είπαν με μια φωνή και εξαφανίστηκαν. Η πόρτα άνοιξε ξανά δύο λεπτά πριν δείξει δώδεκα ακριβώς.

Ο άντρας μου κρατούσε ένα μεγάλο κρουασάν από το περίπτερο. Ο γιος μου είχε ήδη ανάψει έναν αναπτήρα και τον κρατούσε από πάνω σαν κεράκι.

Η κόρη μου, προφανώς, είχε αδειάσει τα ράφια. Στην αγκαλιά της κρατούσε πατατάκια, μπισκότα και ό,τι άλλο μπορούσε να θεωρηθεί γιορτινό στις έντεκα και πενήντα οχτώ.

«Χρόνια Πολλά!» είπαν με μια φωνή.

Κι εγώ, προτού φυσήξω τη φλόγα, έκανα μια ευχή.

Του χρόνου να θυμηθούν πρώτα εμένα και μετά τον πολυέλαιο.

Μοιραστείτε το
Παρακολούθηση προόδου
Εγγραφείτε

Αφήστε ένα Σχόλιο