Δίαιτα σε αναβολή

Ακολουθήστε με

Χθες είχαμε επέτειο. Την γιορτάσαμε γύρω από ένα ταψί γαλακτομπούρεκο. Η κρέμα φρέσκια, το φύλλο κρατσανιστό και γεμάτο τρύπες. Από τα δάχτυλα των παιδιών. Βάλαμε ένα κεράκι και έμοιαζε με σιροπιαστό ναρκοπέδιο.

Δεν μείναμε μόνο στο γλυκό. Έψησα ένα μεγάλο λουκάνικο, έκοψα ροκφόρ, άνοιξα κρασί και στρωθήκαμε στο σαλόνι. Παρέα με την τηλεόραση.

Μία μπουκιά στο λουκάνικο, μία στο τυρί και άλλη μία στο γλυκό. Ή ανάποδα. Δεν έχει σημασία.

Το θέμα είναι ότι αυτά με έφαγαν. Την ώρα του ύπνου. Ή μάλλον του ξενυχτιού, με το στομάχι σε διαμαρτυρία.

Και κάπου εκεί ανάμεσα σε ξενύχτι και ανακατωσούρες, έδωσα μία μεγάλη υπόσχεση.

Από το επόμενο πρωί θα άλλαζαν όλα. Θα ζυγιζόμουν. Η απόφαση είχε παρθεί. Τέλος!

Μόλις ξημέρωσε, ανέβηκα στη ζυγαριά. Ήταν όπως το περίμενα. Ή μάλλον χειρότερα.

Ο αριθμός αναβόσβησε σαν πινακίδα στον Κηφισό: ΠΡΟΣΟΧΗ, ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΟ ΦΟΡΤΙΟ, ΑΛΛΑΓΗ ΠΟΡΕΙΑΣ.

Πάντα είχα μια απέχθεια με τους αριθμούς. Ειδικά αυτούς της ζυγαριάς.

Ντύθηκα βιαστικά και ετοιμάστηκα για την αποστολή μου. Πού; Στο σούπερ φυσικά. Στάθηκα στα ψυγεία, στο μανάβικο, στα βιολογικά.

Μπρόκολο, γιαούρτι 0%, βρώμη και κάτι σπόροι. Δεν ήξερα αν ήταν για κατανάλωση ή για… φύτεμα.

Εγώ τους πήρα.

Μετά, σειρά είχε το γυμναστήριο. Ήμουν αποφασισμένη να πληρώσω για όσα έκανα.
Άφησα τα παιδιά στο φροντιστήριο και, πριν το μετανιώσω, βρέθηκα έξω από την πόρτα.

Μπήκα με φούρια. Μια μυρωδιά από ιδρωμένα κορμιά γαργάλισε τη μύτη μου.

«Ήρθα…» είπα και μία κοπέλα με πλησίασε.

«Θέλετε να γραφτείτε;» με ρώτησε.

«Εννοείται…» απάντησα.

«Θα πρέπει να μας φέρετε χαρτί από καρδιολόγο και μετά μπορείτε να ξεκινήσετε».

Ένα μικρό σύννεφο απογοήτευσης άρχισε να με φλερτάρει. Δεν θα το έβαζα κάτω τόσο εύκολα. Ακόμα.

«Μην ανησυχείτε, θα το φέρω αμέσως…»

Πριν προλάβει να απαντήσει, ήμουν ήδη στο αυτοκίνητο. Σε χρόνο μηδέν έφτασα στον γιατρό. Πάρκαρα και ανέβηκα τροχάδην τα σκαλιά.

Η γυμναστική είχε ήδη ξεκινήσει. Άνοιξα την πόρτα. Η μέρα μου είχε ξεκινήσει στραβά.

Η αίθουσα ήταν κατάμεστη. Όλα τα κεφάλια γύρισαν προς το μέρος μου. Μια γκριζομάλλα κυρία με κατακόκκινο κραγιόν, αυτοδιορίστηκε γραμματέας.

«Πρέπει να κλείσετε ραντεβού για να δείτε τον γιατρό».

Δεν ήμουν σίγουρη αν ήταν ασθενής ή κολλητή του γιατρού. Το μόνο σίγουρο ήταν πως όλοι γνωρίζονταν. Με τα νεύρα μου να γίνονται κρόσσια, γύρισα προς τη γραμματέα. Την κανονική, αυτή τη φορά.

«Μήπως μπορώ να δω τον γιατρό σήμερα; Είναι επείγον…»

«Δυστυχώς, το καλύτερο που μπορώ να κάνω είναι για αύριο».

Κοίταξα το ρολόι. Κατέβηκα γρήγορα τα σκαλιά και όρμησα στο αμάξι.

Στον δρόμο για το σπίτι, έψαχνα πού θα τη χώσω τη γυμναστική…
Και τότε το θυμήθηκα. Το ποδήλατο.

Υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι, μόλις τελείωνα τις δουλειές, θα έκανα έστω δέκα λεπτά. Αρκεί, βέβαια, να έβγαζα πρώτα τα πουκάμισα που κρέμονταν πάνω του.

Χωρίς να χάνω χρόνο, ετοίμασα το φαγητό για την επόμενη μέρα. Όταν τα παιδιά επιτέλους κοιμήθηκαν, πήγα προς το ποδήλατο.

«Τέτοια ώρα θα κάνεις γυμναστική; Δεν θα κάτσουμε να τα πούμε λίγο;» με ρώτησε ο καλός μου.

Κατέβηκα από το ποδήλατο πριν καν ξεκινήσω. Παραδόθηκα στον καναπέ. Χωρίς αντίσταση.

Όμως, η ώρα περνούσε. Το στομάχι μου άρχισε να γουργουρίζει. Είχα ξεχάσει να φάω. Σηκώθηκα και πλησίασα το ψυγείο. Σαλάτες, γιαούρτια χωρίς λιπαρά. Με έπιασε αναγούλα.

Δεν πειράζει, σκέφτηκα. Είμαι εξαντλημένη απόψε. Ας φάω κάτι να με κρατήσει.

Από αύριο ξεκινάω δυναμικά, υπόσχομαι στον εαυτό μου.

Έκοψα μια μεγάλη φέτα ψωμί. Ντομάτα, τυρί και ελιές. Τσιμπολόγημα και τηλεόραση.

Το δίδυμο της ευτυχίας. Είναι να μην το πάρω απόφαση, σκέφτηκα και δάγκωσα μια μεγάλη μπουκιά.

Αύριο θα αλλάξουν όλα.

Όπως κάθε αύριο.

Εδώ και δέκα χρόνια.

Μοιραστείτε το
Παρακολούθηση προόδου
Εγγραφείτε

Αφήστε ένα Σχόλιο