Φέτος οι διακοπές στο χωριό θα ήταν αλλιώς. Ο λόγος; Η θεία μου. Άρτι αφιχθείσα από Βοστώνη, εμφανίστηκε στον δρόμο την ώρα που φορτώναμε το αμάξι. Με ταξί και βαλίτσες.
«Δεν είχες πει ότι θα έρθεις με το ΚΤΕΛ;» τη ρώτησα έκπληκτη. Από την ταραχή μου κόντεψα να χώσω και τον σκύλο στο πορτ μπαγκάζ.
«Μα αφού χωράμε φέτος. Δεν θα είναι και τα παιδιά σας…» είπε με νάζι κουνώντας το κεφάλι της. Μαζί και το καπέλο της, ένα ψάθινο που έμοιαζε με σομπρέρο από μεξικάνικη ταινία.
Κατά κάποιον τρόπο, έφταιγα. Της είχα πει πως φέτος θα πηγαίναμε οι τρεις μας. Εγώ, ο άντρας μου και το σκυλάκι.
Η θεία Δέσποινα ή Ντέπυ, όπως επέμενε να τη φωνάζουν, γεννήθηκε στο Καμποχώρι Αρκαδίας, αλλά εδώ και δεκαετίες ζει στη Βοστώνη. Έκανε παιδιά, εγγόνια, και κάθε καλοκαίρι επιστρέφει στην Ελλάδα για διακοπές. Μόνο που φέτος… θα ήταν στις δικές μας.
«Ανυπομονώ να δω τους δικούς μου! Θα είναι και η γιορτή μου. Θα το κάψουμε», είπε φωναχτά με εκείνη την προφορά που αποκτούν οι Έλληνες του εξωτερικού, λες και τη διδάσκονται σε κάποιο σεμινάριο.
Μόλις άκουσα τη λέξη γιορτή με έλουσε κρύος ιδρώτας. Δεν έφτανε που θα ήμασταν παρέα για είκοσι μέρες, είχα ξεχάσει πως θα γιόρταζε κιόλας. Ε, δεν έφταιγα εγώ αν τη φωνάζαμε Ντέπυ και όχι Δέσποινα. Θα είχα προλάβει να προνοήσω για δώρο.
Έτσι μπήκαμε στο αμάξι και ξεκινήσαμε για το χωριό. Εκείνη μιλούσε ασταμάτητα. Εγώ κι ο άντρας μου μιλούσαμε μεταξύ μας. Με τα μάτια. Έπρεπε να βρω σχέδιο. Κάτι που θα την κρατούσε απασχολημένη. Ιδανικά, μέχρι να φύγει.
Από το πίσω κάθισμα, εκείνη δεν είχε σταματήσει να φλυαρεί. Ό,τι έβλεπε στον δρόμο το σύγκρινε με τη ζωή της στη Βοστώνη. Φυσικά, εκεί τα πάντα ήταν καλύτερα. Τα είχε βάλει και με τα φανάρια. Ακόμη και με τους πεζούς.
Ξαφνικά, άλλαξε στόχο. Σειρά είχε το αμάξι μας.
«Το κάρο σας δεν πάει πιο γρήγορα;» μας ρώτησε.
Ο σύζυγος, ο οδηγός του κάρου, έκοψε ξαφνικά ταχύτητα. Για λίγο φοβήθηκα πως θα την κατέβαζε κάτω.
«Τι κάρο και πράσινα άλογα είναι αυτά που λες;» απάντησε εξαγριωμένος.
Αμέσως ανέλαβα δράση. Η θεία είχε μόλις προσβάλει το καμάρι του. Του άλλαζε τα λάδια, το νερό, του γυάλιζε τη μηχανή με βαμβακερά πανιά και φυσικά το κρατούσε καθαρό. Τόσο που όταν έμπαινα μέσα, σκούπιζα τα παπούτσια μου.
«Ηρέμησε, αγάπη μου. Εκεί στη Βοστώνη, τα αμάξια τα λένε κάρα…» είπα γρήγορα.
Ευτυχώς, μετά από αυτό το μικρό επεισόδιο, όλα κύλησαν ρολόι. Σχεδόν δηλαδή.
Η θεία Ντέπυ συνέχισε τον μονόλογό της, μέχρι που κάποια στιγμή απλώς σταμάτησε. Δεν ακουγόταν ούτε ανάσα. Ο άντρας μου κοίταξε ανήσυχος τον καθρέφτη. Το ίδιο κι εγώ. Τα μάτια μου καρφώθηκαν πάνω της. Τα δικά της; Ήταν χωμένα μέσα στην τσάντα της.
Έψαχνε κάτι με μανία.
«Ντέπυ, τι ψάχνεις;» τη ρώτησα.
«Το βιβλίο μου. Πάντα κουβαλάω ένα μαζί μου. Ξέρεις, για να εξασκώ τα ελληνικά μου…»
Έκανα πως δεν το άκουσα. Και τότε μου ήρθε η ιδέα. Μόλις είχα βρει το δώρο της. Ένα βιβλίο! Όχι απλώς ένα βιβλίο, αλλά κάτι σε τόμο. Ίσως και εγκυκλοπαίδεια. Κάτι που θα την κρατούσε πραγματικά απασχολημένη. Τουλάχιστον για είκοσι μέρες. Μετά δεν θα με ένοιαζε.
Όσο πιο μεγάλο, τόσο το καλύτερο. Έσκυψα στον άντρα μου και του ψιθύρισα.
«Θα κάνουμε μια στάση στο κέντρο πρώτα. Σε ένα βιβλιοπωλείο».
Εκείνος με λοξοκοίταξε απορημένος. Του έκλεισα το μάτι επίμονα, για να τον καθησυχάσω. Δεν είμαι σίγουρη αν κατάλαβε τι είχα στο μυαλό μου. Εκτός κι αν νόμισε πως είχα πάθει νευρικό κλονισμό.
Σε λίγη ώρα βρεθήκαμε στον πιο εμπορικό δρόμο. Η θεία φόρεσε το καπέλο της και χάθηκε στα μαγαζιά. Εγώ έτρεξα στο βιβλιοπωλείο. Σάρωσα με το βλέμμα μου τα ράφια.
Το θέαμα ήταν άκρως ικανοποιητικό. Αρκετά βιβλία τριγύρω. Σίγουρα κάποιο από αυτά θα έκανε τη δουλειά. Η πωλήτρια με πλησίασε χαμογελαστή.
«Τι ακριβώς χρειάζεστε;»
Χωρίς να την κοιτάξω, συνέχισα να ψάχνω τα ράφια, ψηλαφίζοντας τα βιβλία. Με τα πιο σημαντικά μου δάχτυλα. Δείκτης και αντίχειρας. Έπρεπε να είναι στο σωστό πάχος.
«Ψάχνω κάτι μεγάλο…» απάντησα.
Μια σιγή απλώθηκε τριγύρω. Το χαμόγελό της έμεινε μετέωρο. Αποφάσισα να της εξηγήσω.
«Χρειάζομαι ένα βιβλίο για τη θεία μου. Θα είναι μαζί μας στις διακοπές. Άρα, το θέλω μεγάλο, όσο πιο μεγάλο γίνεται. Κάτι να την κρατήσει απασχολημένη. Έγινα κατανοητή;»
Μόνο τότε φάνηκε να συνέρχεται. Το γέλιο γύρισε στο πρόσωπό της κι άρχισε να χαχανίζει. Η αλήθεια είναι πως δεν μπορούσε να σταματήσει να γελάει.
Μερικοί πελάτες γύρισαν απορημένοι προς το μέρος μας. Μέχρι που ήρθαν δίπλα μας και άρχισαν να ψάχνουν μαζί μου. Τραβούσαν βιβλία και τα ζύγιζαν με το μάτι. Ύστερα τα ξεφύλλιζαν μέχρι την τελευταία σελίδα.
«Αυτό έχει τετρακόσιες σελίδες! Το κρατάω;» φώναζε ένας κύριος δίπλα μου.
«Πεντακόσιες σελίδες εδώ!» ακουγόταν μια άλλη φωνή.
Μέσα σε λίγη ώρα, το βιβλιοπωλείο είχε μετατραπεί σε πλειστηριασμό. Μόνο σφυράκι δεν είχαμε βγάλει.
Και κάπως έτσι, όλοι μαζί, βρήκαμε το πολυπόθητο βιβλίο. Πεντακόσιες σελίδες. Πεντακόσιες υποσχέσεις ησυχίας. Μόνο που η θεία μου δεν το τέλειωσε ποτέ. Η ζωή στο χωριό είχε καλύτερη πλοκή.
Κι εμείς, δυστυχώς, πρωταγωνιστικό ρόλο.
