Μαζί με το αγόρι μου αποφασίσαμε να πάμε τις πρώτες μας διακοπές. Το κεφάλαιό μας ανερχόταν σε δύο πεντοχίλιαρα. Σε δραχμές. Τότε μας φαινόταν ένα αξιοσέβαστο ποσό.
Όλο τον χρόνο μαζεύαμε από το χαρτζιλίκι μας. Δραχμή τη δραχμή. Απλώσαμε τα χρήματα στο τραπέζι, κάναμε τους υπολογισμούς μας, τους ξανακάναμε για σιγουριά και καταλήξαμε στο ίδιο συμπέρασμα. Μας έφταναν άνετα.
Είχαμε υπολογίσει τα πάντα. Εκτός από τη Σαντορίνη.
Ευτυχώς, ένα πράγμα το είχαμε προβλέψει. Να βγάλουμε από πριν τα εισιτήρια της επιστροφής. Αν μέναμε από λεφτά, τουλάχιστον δεν θα μέναμε και από καράβι. Το να πάρουμε τηλέφωνο τους δικούς μας να έρθουν να μας σώσουν δεν ήταν επιλογή. Με τι μούτρα;
Με ένα σακίδιο στον ώμο και καφέ από το σπίτι, ξεκίνησε το ταξίδι μας. Ήμασταν αισιόδοξοι. Και εντελώς ανυποψίαστοι.
Δέκα ώρες ταξίδι με το καράβι. Καθισμένοι στις οικονομικές θέσεις, κοιτούσαμε πότε τη θάλασσα και πότε το ρολόι. Για φαγητό; Ούτε που πλησιάσαμε το κυλικείο. Μια ματιά στις τιμές μάς έκοψε και την όρεξη.
Μόλις φτάσαμε στη Χώρα, η πρώτη μας αποστολή ήταν να βρούμε μεταφορικό. Ένα παπάκι και πολύ μας ήταν. Για κάτι παραπάνω, ούτε λόγος. Φυσικά, το προπληρώσαμε. Είχαμε πάθει μια μικρή εμμονή με τις προπληρωμές. Μας έδιναν την ψευδαίσθηση πως είχαμε τα πάντα υπό έλεγχο.
Καβαλήσαμε το παπάκι και ξεκινήσαμε τη δεύτερη αποστολή. Να βρούμε δωμάτιο. Πόσο δύσκολο θα μπορούσε να είναι;
Σταματούσαμε κάθε λίγα μέτρα, παρκάραμε το παπάκι στην άκρη και ρωτούσαμε όποιον βρίσκαμε μπροστά μας. Ρωτήσαμε γιαγιάδες που καθάριζαν φασολάκια στα πλατύσκαλα, μαγαζάτορες, περαστικούς. Όλοι προσπαθούσαν να μας βοηθήσουν. Ύστερα από δέκα ώρες ταξίδι, χωρίς φαγητό και με τον ήλιο να μας χτυπάει κατακούτελα, δεν χρειαζόταν να πούμε πολλά. Η απελπισία φαινόταν από μακριά.
Κάποια στιγμή, φάνηκε πως σταθήκαμε τυχεροί. Ένας μεσήλικας εμφανίστηκε σχεδόν από το πουθενά και προσφέρθηκε να μας δείξει ένα δωμάτιο. Δεν μπήκαμε καν στον κόπο να κάνουμε ερωτήσεις. Τον ακολουθήσαμε. Αρχίσαμε να κατεβαίνουμε σκάλες. Πολλές σκάλες. Στριφογυριστές. Στενές. Όσο κατεβαίναμε, τόσο το φως λιγόστευε.
Για μια στιγμή φοβήθηκα. Μήπως νόμιζε πως είχαμε έρθει για καλοκαιρινή πρακτική σε ορυχείο; Έσφιξα το χέρι του καλού μου και συνεχίσαμε να κατεβαίνουμε.
Μέχρι που φτάσαμε. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό. Παράθυρο δεν υπήρχε. Δύο μονά κρεβάτια περίμεναν το ένα απέναντι από το άλλο. Μέχρι εδώ, όλα καλά.
Το πρόβλημα ήταν πως ανάμεσά τους υπήρχε ένας τοίχος. Όχι μεταφορικά. Κυριολεκτικά. Μπετόν αρμέ. Μια μικρή ζώνη Βερολίνου.
Το αγόρι μου έμεινε για λίγο σκεπτικό. Μισόκλεισε τα μάτια. Εγώ ήλπιζα το σχέδιό του να μην περιλάμβανε δυναμίτη.
Γύρισα και τον κοίταξα.
«Δεν πιστεύω να το σκέφτεσαι…»
Εκείνος μου ανταπέδωσε το βλέμμα.
«Κι αν δεν βρούμε κάτι άλλο;»
Ήμουν έτοιμη να φύγω. Πρώτα όμως έπρεπε να πάω στο μπάνιο.
«Πού είναι το μπάνιο;» ρώτησα τον ιδιοκτήτη του δωματίου.
«Το μπάνιο;» επανέλαβε, κοιτάζοντάς με σαν να του είχα ζητήσει τζακούζι με θέα τη μαγευτική Οία.
«Αα… είναι στον πάνω όροφο», απάντησε τελικά.
Δηλαδή, έπρεπε να ξανανέβω όλες τις σκάλες που μόλις είχα κατέβει.
Ούτε που κατάλαβα πως εξαφανιστήκαμε από εκεί μέσα. Ορμήσαμε στο παπάκι και φύγαμε χωρίς να κοιτάξουμε πίσω.
Μετά από αρκετές ώρες βρήκαμε, επιτέλους, ένα κανονικό δωμάτιο. Κι αυτό το πληρώσαμε προκαταβολικά. Όχι και τίποτα άλλο. Ήμουν βλέπεις και λίγο καλομαθημένη. Δεν είχα μάθει να πλένω πιάτα στις διακοπές.
Αφού ξεκουραστήκαμε για τα καλά, νιώσαμε το στομάχι μας να γουργουρίζει. Φορέσαμε τα καλά μας και βγήκαμε βόλτα στα σοκάκια του νησιού. Επιτέλους, όλα έμοιαζαν να μπαίνουν στη θέση τους. Μέχρι που είδαμε το πρώτο σουβλατζίδικο.
Παραγγείλαμε τα σουβλάκια μας και καθίσαμε να τα φάμε. Ώσπου, ήρθε η ώρα να πληρώσουμε. Βάλαμε το χέρι στην τσέπη με απόλυτη ηρεμία. Μέχρι που ακούσαμε το ποσό. Ένα χιλιάρικο. Για δύο σουβλάκια. Πληρώσαμε. Δεν μιλήσαμε. Κοιταχτήκαμε. Μετά κοιτάξαμε τα σουβλάκια. Ήταν το πρώτο και τελευταίο γεύμα που φάγαμε έξω.
Έπρεπε να κάνουμε οικονομία. Είχαμε ακόμη πέντε μέρες μπροστά μας.
Το καθημερινό μας μενού ήταν πάντα το ίδιο. Μισό κιλό ψωμί. Μία ντομάτα. Ένα ατομικό βουτυράκι, από εκείνα που έμοιαζαν περισσότερο με δείγμα παρά με μερίδα.
Αυτά μοιραζόμασταν κάθε μέρα. Δεν θυμάμαι να χορτάσαμε ούτε μία φορά. Θυμάμαι όμως ότι δεν μας πέρασε ποτέ από το μυαλό πως μας έλειπε κάτι.
Τις υπόλοιπες μέρες γυρίζαμε όλο το νησί με το παπάκι. Μέχρι που μια μέρα και αυτό μας πρόδωσε.
Κάπου στα βουνά, στα άγρια όρη της Σαντορίνης. Και βρεθήκαμε να ανεβαίνουμε ανηφόρες, σπρώχνοντας το παπάκι. Το μόνο που δεν πλήρωνες στη Σαντορίνη ήταν το ηλιοβασίλεμα.
Οι μέρες πέρασαν και επιστρέψαμε σπίτι. Μόλις μας είδαν οι δικοί μας, κόντεψαν να μας κλείσουν την πόρτα στα μούτρα. Σχεδόν δεν μας αναγνώρισαν. Είχαμε γυρίσει δέκα κιλά ελαφρύτεροι, κατάμαυροι και αφυδατωμένοι.
Ακόμη και σήμερα, όταν ακούμε κάποιον να λέει πως οι διακοπές κοστίζουν ακριβά, κοιταζόμαστε και χαμογελάμε.
Γιατί κάποτε καταφέραμε να βγάλουμε πέντε μέρες στο νησί με δύο πεντοχίλιαρα, ένα παπάκι και μία ντομάτα.
