Κατευθύνθηκα προς το αμάξι. Κοίταξα ψηλά. Ο ουρανός ήταν καταγάλανος και ύποπτα ήσυχος. Το βλέμμα μου έπεσε στα καλώδια της ΔΕΗ. Άδεια. Το ίδιο και τα κλαδιά του δέντρου. Μόνο φύλλα. Καμιά κίνηση.
Χαμογέλασα και συνέχισα να περπατώ. Ώσπου άκουσα ένα φτερούγισμα από πάνω μου. Κάλυψα αμέσως το κεφάλι μου σε στάση άμυνας. Ένας περαστικός τινάχτηκε μόλις με είδε και μαζεύτηκε κι αυτός. Τρομοκρατημένος. Αφού σιγουρεύτηκε πως δεν δεχόμασταν κάποια επιδρομή, κούνησε το κεφάλι του και απομακρύνθηκε βιαστικά.
Μέχρι που οι φόβοι μου επιβεβαιώθηκαν. Η οροφή του αυτοκινήτου μου ήταν άσπρη. Ή κίτρινη. Δεν ήμουν σίγουρη. Έμοιαζε σαν να είχαν πετάξει έναν κουβά με μπογιά. Μόνο που αντί για χρώμα, ήταν κουτσουλιές.
Αυτό ήταν. Ο πόλεμος είχε κηρυχθεί. Εγώ εναντίον περιστεριών.
Έκανα νόημα στο παιδί που περίμενε στη γωνία. Όχι πως είχαμε φανάρια στη γειτονιά.
Μια χαρά ήσυχη περιοχή ήταν, με μοναδική εξαίρεση τα πτηνά. Όμως εκείνος με είχε μυριστεί. Όπως και τα πουλιά. Είχε εγκαταλείψει το πόστο του και με περίμενε με τον κουβά ανά χείρας. Μόλις με είδε, όρμησε προς το αμάξι. Έλουσε την οροφή με νερό κι άρχισε το μανιώδες τρίψιμο.
Η αμοιβή του; Δεκτή οποιαδήποτε χάρτινη χρηματοδότηση, αρκεί να μην περιλάμβανε κέρματα. Είχε πάρει τον ρόλο του προσωπικού μου καθαριστή πολύ σοβαρά.
Η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο. Οι κουτσουλιές μού κόστιζαν πλέον περισσότερο από τη μηνιαία δόση ενός leasing. Έτσι, το ίδιο μεσημέρι, στη δουλειά δήλωσα ημικρανία.
Η αλήθεια δεν απείχε πολύ, αφού τα συγκεκριμένα πουλιά μού είχαν γίνει έμμονη ιδέα. Όμως σήμερα θα τους την έφερνα. Θα πάρκαρα αλλού. Μακριά από δέντρα και από καλώδια ΔΕΗ. Έπρεπε μόνο να είμαι εκεί πριν τις τέσσερις, αλλιώς τη θέση που είχα σημαδέψει δεν θα την έβρισκα ούτε για αστείο.
Φτάνοντας, βρήκα άπλετο χώρο. Διάλεξα τη θέση κι ας ήταν ένα τετράγωνο μακριά από την πόρτα μου.
Σκάναρα τον ορίζοντα για να βεβαιωθώ ότι δεν υπήρχε τίποτα ελκυστικό για τον εχθρό και κλείδωσα το αμάξι ανακουφισμένη.
Το επόμενο πρωί κατέβηκα στον δρόμο. Μόλις είδα το αμάξι από μακριά, έμεινα στήλη άλατος. Η οροφή ήταν ξανά βομβαρδισμένη. Κοίταξα τα διπλανά οχήματα. Πεντακάθαρα. Ύστερα κοίταξα απέναντι, στην παλιά μου θέση κάτω από το δέντρο. Το αυτοκίνητο που είχε παρκάρει εκεί απλώς… έλαμπε.
Από το βάθος του δρόμου είδα το παιδί να καταφτάνει πανηγυρίζοντας με τα σύνεργά του. Ήμουν έτοιμη να σκάσω. Ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει. Κι ας λένε πως τα περιστέρια συμβολίζουν την ειρήνη. Εδώ έπρεπε να κερδίσω τη μάχη. Πώς; Ιδέα δεν είχα. Σίγουρα όμως έπρεπε να γνωρίσω τον εχθρό μου.
Και αυτό ακριβώς έκανα. Το βράδυ με βρήκε να σερφάρω μανιακά στο διαδίκτυο. Έπρεπε να μάθω τα πάντα για τα περιστέρια. Τις συνήθειές τους, τις προτιμήσεις τους, ακόμα και την ανατομία τους. Και κάπου ανάμεσα σε άρθρα αμφίβολης αξιοπιστίας και σχόλια ανθρώπων που ήξεραν υπερβολικά πολλά για πτηνά, έμαθα μια σημαντική πληροφορία. Δεν τους άρεσαν οι αντανακλάσεις. Ούτε τα CD. Ούτε, σύμφωνα με κάποιον χρήστη μ’ ένα περίεργο ψευδώνυμο, το αλουμινόχαρτο.
Δεν έχασα χρόνο. Πήρα το μεγαλύτερο ρολό που βρήκα και κατέβηκα στο αμάξι. Άρχισα να τυλίγω την οροφή απ’ άκρη σ’ άκρη. Όταν τελείωσα με τη χειροτεχνία μου, έμεινα να κοιτάζω το αποτέλεσμα. Η αλήθεια είναι πως έμοιαζε με κακοτυλιγμένο σουβλάκι. Κούνησα αδιάφορα τους ώμους και ανέβηκα στο σπίτι.
Λίγες ώρες απέμειναν μέχρι να αποδειχτεί αν το ίντερνετ θα έσωζε την κατάσταση. Ή αν θα κατέστρεφε οριστικά την αξιοπρέπειά μου.
Με το που ξημέρωσε, κατέβηκα με μεγάλη αγωνία. Όταν έφτασα, κοκκάλωσα.
Το αλουμινόχαρτο ήταν στη θέση του, αλλά πάνω του υπήρχαν δεκάδες κουτσουλιές. Ξανά. Και όχι μόνο αυτό. Στον δρόμο είχαν μαζευτεί περίεργοι γείτονες που χάζευαν το αυτοκίνητο. Μου φάνηκε πως γελούσαν κιόλας.
Προτού προλάβω να αντιδράσω, είδα το παιδί με τα σύνεργα να έρχεται προς το μέρος μου χαμογελώντας.
«Αφήστε, κυρία. Θα ξετυλίξω εγώ το αλουμινόχαρτο…» προσφέρθηκε με υπερβολική προθυμία. Φυσικά το πλήρωσα με ένα καλό φιλοδώρημα.
Όμως δεν θα το άφηνα να περάσει έτσι. Ένα νέο σχέδιο δράσης μου καρφώθηκε στο μυαλό. Ξύπνησα χαράματα και βγήκα στο μπαλκόνι. Οργανωμένη. Με καφέ και κιάλια.
Η επιχείρηση παρακολούθησης ξεκινούσε επίσημα. Είχα διαβάσει πως τα πουλιά ξυπνούσαν με το πρώτο φως της ημέρας. Ήθελα να μάθω γιατί δήλωναν την προτίμησή τους μόνο στο δικό μου αυτοκίνητο.
Ξαφνικά, ενώ κοιτούσα τον ορίζοντα, μια φιγούρα έκανε την εμφάνισή της στον δρόμο. Γλιστρούσε αργά και αθόρυβα ανάμεσα στα αυτοκίνητα. Φορούσε κουκούλα και κρατούσε έναν κουβά αγκαλιά. Μέχρι που σταμάτησε δίπλα από το αμάξι μου. Κράτησα την ανάσα μου και συνέχισα να παρακολουθώ.
Ύστερα βούτηξε το χέρι στον κουβά και γέμισε την παλάμη του με κάτι που έμοιαζε με σπόρια. Τα σκόρπισε αργά πάνω στην οροφή του αυτοκινήτου μου. Και τότε κατάλαβα.
Ο εχθρός δεν είχε φτερά.
Πέταξα τα κιάλια και έτρεξα κάτω με πιτζάμες και παντόφλες. Μόλις με είδε, πάγωσε. Έμεινε να με κοιτάζει με την παλάμη γεμάτη από τα ενοχοποιητικά στοιχεία.
«Ώστε εσύ είσαι ο εγκέφαλος των περιστεριών;» τον ρώτησα εξαγριωμένη.
Δεν ξέρω τι πραγματικά τον τρόμαξε. Το ύφος μου ή το ότι κατέβηκα με τη φυσική εμφάνιση κάποιου που μόλις είχε σηκωθεί από το κρεβάτι.
«Κυρία μου, κρίση έχουμε. Ο καθένας κάνει ό,τι μπορεί», δικαιολογήθηκε με ύφος σοβαρού επιχειρηματία. «Όμως έχω μια πρόταση να σας κάνω…»
Έτσι, υπογράψαμε μια άτυπη συνθήκη ειρήνης. Εγώ, αυτός και τα περιστέρια. Το αμάξι μου μπήκε στην «άσπρη» λίστα. Καμία επιδρομή ξανά, αρκεί να του έδινα ένα σταθερό χαρτονόμισμα τον μήνα. Τελικά, δεν κέρδισα ποτέ τον πόλεμο. Απλώς άρχισα να πληρώνω προστασία στα περιστέρια.
