Επιτέλους. Πέντε η ώρα το απόγευμα. Κοιτάζω συνωμοτικά γύρω μου και παρακολουθώ ποιος συνάδελφος θα σηκωθεί πρώτος. Μόλις δοθεί το σιωπηλό σύνθημα, ξεκινά η έξοδος. Αφήνω ένα ελαφρύ μειδίαμα να σχηματιστεί στα χείλη μου και συμμαζεύω διακριτικά το γραφείο. Ρίχνω μια τελευταία ματιά στα εισερχόμενα, περισσότερο από τύψεις παρά από ενδιαφέρον, και ετοιμάζομαι να κλείσω για τα καλά.
Καθυστερώ λίγα λεπτά. Επίτηδες. Αρπάζω την τσάντα και με νωχελικές κινήσεις ρίχνω μέσα τα πράγματά μου. Τα τελευταία λεπτά στο γραφείο είναι σχεδόν βασανιστικά. Τι στο καλό, δεν δουλεύω στο δημόσιο. Ειδάλλως, θα σήκωνα τα χέρια και θα τραβούσα τα ρολά μέχρι κάτω. Ή, αν δεν υπήρχαν ρολά, θα κολλούσα μια αυτοσχέδια ανακοίνωση: «Το μαγαζάκι έκλεισε. Ελάτε πάλι αύριο».
Τότε, τον βλέπω να έρχεται. Ο προϊστάμενος. Για την ακρίβεια, ένας από αυτούς. Δόξα τω Θεώ, έχουμε ποικιλία. Έναν προϊστάμενο για τον χώρο μας, μια διευθύντρια για το τμήμα παραγωγής, έναν παραπέρα που ελέγχει εμάς και τους διευθυντές, και άλλον έναν που πιάνει όλη τη φάμπρικα. Και όλα κυλάνε ρολόι.
Με πλησιάζει, ρίχνει ένα βλέμμα γεμάτο υπονοούμενα στην ανοιχτή τσάντα μου και μετά με κοιτάει κατάματα.
«Όλα καλά;»
Κάνω ένα νεύμα με το κεφάλι μου και αφήνω ένα βεβιασμένο χαμόγελο. «Σούπερ!» λέω. Τι να του εξηγώ τώρα; Πως έχω μιλήσει με δυο ντουζίνες πελάτες, έχω εξημερώσει μια χούφτα από δαύτους και έχω εξαντλήσει κάθε χιλιοστό υπομονής;
Κοιτάζω το ρολόι. Υπερωρία δέκα λεπτών. Φτάνει! Πάω να κλείσω την τσάντα. Αρνείται πεισματικά. Αρχίζω να ψαχουλεύω. Ένα καλώδιο κρέμεται μέχρι το πάτωμα. Το τραβάω σιγά σιγά. Βγάζω το ποντίκι. Πάλι καλά που δεν έβαλα και το πληκτρολόγιο.
Οι πρώτοι έχουν ήδη εξαφανιστεί. Ελάχιστοι παραμένουν στις θέσεις τους. Πετάγομαι από την καρέκλα και τρέχω προς το ασανσέρ.
Ακριβώς απέναντί του, μια παγίδα. Το γραφείο της διευθύντριας. Ρίχνω μια ματιά από μακριά. Τα στόρια είναι ανοιχτά.
Δεν υπάρχει περίπτωση, θα με δει. Εύχομαι μόνο να μην έχει όρεξη για κουβέντα. Περπατάω στις μύτες των ποδιών μου. Τελικά, οι δύο μήνες μπαλέτου στην παιδική μου ηλικία δεν πήγαν χαμένοι. Όμως, τα παπούτσια μου κάνουν θόρυβο.
Μια φευγαλέα σκέψη περνάει από το μυαλό μου. Αν τα βγάλω και το σκάσω ξυπόλητη; Κι αν με δει, τι θα της πω; Πως έχω κάλους;
Αποφασίζω να ρισκάρω. Συνεχίζω να περπατάω κοιτάζοντας το πάτωμα.
Απλώνω το χέρι και καλώ το ασανσέρ. Εκείνο υπακούει αργά. Σχεδόν εκδικητικά. Τα δευτερόλεπτα περνούν. Εκείνη φαίνεται απορροφημένη στην οθόνη της. Όμως, είναι πολύ πιθανό να σηκώσει το βλέμμα. Και αυτό αρκεί.
Παρατάω το ασανσέρ και κατευθύνομαι προς τις σκάλες. Ξαφνικά ακούω τη φωνή της: «Φεύγεις;» με ρωτάει. Παγώνω. Όχι, καλέ, δεν φεύγω, πρόβα κάνω, σκέφτομαι και κρατάω το στόμα μου κλειστό. Σηκώνω το κεφάλι μου και της χαμογελάω. Με το ζόρι.
«Όλα καλά σήμερα; Πώς πήγε;» συνεχίζει τις ερωτήσεις της. Έχει όρεξη για κουβέντα. Πρέπει να σκεφτώ κάτι και γρήγορα. Αν χτυπούσε το τηλέφωνό μου τώρα! Κοιτάζω την οθόνη. Σκοτεινή. Τζίφος! Αναγκάζομαι να ανοίξω το στόμα μου.
«Όλα πήγαν τέλεια, μέσα στο πρόγραμμα!» απαντάω μηχανικά. Σκάω άλλο ένα χαμόγελο. Από αυτά τα πλατιά, που ρίχνουν στάχτη στα μάτια.
«Να σας αφήσω, έχετε κι εσείς πολλή δουλειά ακόμη…»
«Δεν πειράζει. Να κάνω κι εγώ ένα διάλειμμα, βρε αδερφέ. Πέρασε για λίγο μέσα».
Εκεί νιώθω πως χάνω τον κόσμο κάτω από τα πόδια μου. Υπακούω ανόρεχτα και μπαίνω στο γραφείο της. Τουλάχιστον, δεν κλείνω την πόρτα πίσω μου.
Την αφήνω ανοιχτή. Ως έξοδο διαφυγής. Σαράντα λεπτά αργότερα, προσπαθώ ακόμη να λήξω τη συζήτηση. Για την ακρίβεια, τον μονόλογό της.
Εκείνη μιλάει, εγώ υποδύομαι πως ακούω. Ή καλύτερα, φαντάζομαι πως δραπετεύω από εκεί μέσα.
Αν πηδούσα από το παράθυρό της; Υπάρχει, βέβαια, και η πιθανότητα να μη σηκωθώ ξανά. Αυτό μου έλειπε. Να εγκλωβιστώ και στην επόμενη ζωή στην εργασία μου.
Εκτός κι αν τη γλίτωνα με κανένα σπασμένο χέρι. Το καλό με αυτό το σενάριο είναι πως θα έπαιρνα αναρρωτική άδεια.
Αν προφασιζόμουν λιποθυμία; Πάλι ρίσκο. Μέχρι να μαζευτούν και να με συνεφέρουν, θα έχανα όλο το απόγευμα.
Ξαφνικά, χτυπάει το τηλέφωνο. Το αρπάζω πριν προλάβει να ακουστεί δεύτερος χτύπος. Η φωνή της κόρης μου εκρήγνυται στο ακουστικό.
«Πού είσαι; Σε περιμένω στον δρόμο!»
Τινάζομαι σαν ελατήριο και την παρατάω σύξυλη. Το παιχνίδι του παραλόγου μόλις έλαβε τέλος.
«Πρέπει να φύγω!»
Είναι να μην το πάρω απόφαση τελικά. Και το πήρα. Μαζί με την τσάντα, τα τακούνια και τα νεύρα μου. Κρόσσια.
