Η δίαιτα του σκύλου

Ακολουθήστε με

Πέρσι αποκτήσαμε ένα σκυλάκι. Ιδέα δική μου; Όχι. Της κόρης μας. Για αρκετό καιρό ζήσαμε με την ατελείωτη γκρίνια της. Στην αρχή προβάλαμε σθεναρές αντιστάσεις. Σιγά σιγά, όμως, αρχίσαμε να λυγίζουμε. Κάθε πρωί ξυπνούσε με μια νέα υπόσχεση.

«Θα το φροντίζω εγώ, ούτε που θα το καταλάβετε», η πρώτη της ατάκα.

«Θα είναι ένας τρόπος να γίνω υπεύθυνη», η δεύτερη.

Και κάπου εκεί, παραδοθήκαμε. Βέβαια, μου είχαν μπει ψύλλοι στα αυτιά. Κάποιο άρθρο θα είχε διαβάσει, τύπου: «Πώς να πείσετε τους γονείς σας ότι είστε ώριμοι».

Πιθανότατα υπήρχε και υποσημείωση με ψιλά γράμματα: «Πώς να τους ξεγελάσετε χωρίς να το καταλάβουν…»

Κι έτσι ένα πρωινό ξεκινήσαμε όλοι μαζί για την εύρεση κατοικίδιου. Όταν φτάσαμε στο κέντρο υιοθεσίας, τα παιδιά έτρεξαν ανάμεσα στα σκυλάκια. Έμοιαζε με παιδότοπο φιλόζωων. Μόνο που δεν είχα φανταστεί ότι ο παιδότοπος θα ερχόταν πακέτο στο σπίτι μας.

Το βλέμμα του καλού μου έπεσε πάνω σ’ ένα θηλυκό Σιχ Τσου. Παρόλο που στο σπίτι κυριαρχούσε ήδη το γυναικείο φύλο, ο άνθρωπος δεν είχε βάλει μυαλό.

Το κουταβάκι που μας τράβηξε την προσοχή ήταν αρκετά νευρικό. Κάτι μου έλεγε πως ήταν και το πιο πονηρό. Καθόταν κάτω από ένα δέντρο με μερικά ακόμη. Χωνόταν ανάμεσά τους και τα έσπρωχνε επίμονα, ώσπου στο τέλος έμεινε μόνο του κάτω από το δέντρο.

«Αυτό θα πάρουμε», ανακοίνωσε η κεφαλή του σπιτιού. «Το πιο έξυπνο», συμπλήρωσε περήφανα.

Η αλήθεια είναι πως κανείς μας δεν είχε μάτια για κανένα άλλο. Κι έτσι, χωρίς δεύτερη σκέψη, γυρίσαμε πέντε στο σπίτι.
Και τότε άρχισαν τα ωραία.

Σαν να μην έφταναν οι δουλειές του σπιτιού, αποκτήσαμε κι ένα θηλυκό κουτάβι με δική του άποψη για τα πάντα.

Οι πρώτες δυσκολίες φάνηκαν στην εκπαίδευση της τουαλέτας. Πάντα με τη χρήση πάνας. Τέσσερα άτομα από πάνω της, να δείχνουμε με το δάχτυλο.

«Εδώ τσίσα!» λέγαμε με αποφασιστικότητα, συνοδεύοντας την εντολή με το «Τσσσ».

Μάταια. Το Σιχ Τσου μας κοιτούσε, μετά την πάνα, και απελευθέρωνε την ανάγκη της λίγα πλακάκια πιο πέρα.

Εγώ, βέβαια, ήμουν ετοιμοπόλεμη. Όπου με έβρισκες κι όπου με έχανες, κυκλοφορούσα με κουβά και σφουγγαρίστρα ανά χείρας. Είχα αρχίσει να πιστεύω ότι τα πλακάκια είχαν αλλάξει χρώμα. Από τη χλωρίνη! Ώσπου οι θυγατέρες μου με πήραν χαμπάρι.

«Σφουγγαρίζεις με χλωρίνη; Κι αν γλείψει το πάτωμα;» μου έλεγαν και οι τύψεις με έζωναν. Οπότε ξεκίνησα να ψάχνω στο ίντερνετ. Όχι για συνταγές. Αλλά για οικολογικά αυτοσχέδια καθαριστικά. Μαζί με το μαγείρεμα έφτιαχνα και φυσικά απορρυπαντικά.

Λίγη σόδα, λευκό ξύδι, φυτική γλυκερίνη. Η καριέρα μου ως οικιακή χημικός μόλις ξεκινούσε.

Κι ύστερα ήρθαν οι διάρροιες. Αλλαγή διατροφής. Ο κτηνίατρος έδωσε σαφείς οδηγίες. Για ένα διάστημα θα έπρεπε να τρώει μόνο βραστό ρύζι με κοτόπουλο. Ανάλατα.

Δεν ξέρω πόσα φιλέτα κοτόπουλου πέρασαν από τα χέρια μου. Είχα γίνει ο καλύτερος πελάτης γνωστής εταιρίας παραγωγής ορνίθων. Με τα χρήματα που άφησα εκεί, δικαιούμουν τουλάχιστον μία θέση στο διοικητικό συμβούλιο.

Κάποτε οι διάρροιες σταμάτησαν και η σκυλίτσα μας επανήλθε. Σχεδόν. Δεν μπόρεσα να την πείσω να φάει ξανά την ξηρά τροφή.

Γι’ αυτό άλλαξα μενού. Έκανα έρευνα στο διαδίκτυο και ανακάλυψα μαγειρευτές τροφές. Έτοιμες. Δεν υπήρχε περίπτωση να μαγείρευα ξανά και για εκείνη.

Το νέο μενού βρήκε ανταπόκριση. Για αρκετό καιρό πλήρωνα αδρά τη διατροφή της. Χαλάλι, έλεγα. Αφού γλύτωσα επιπλέον μαγείρεμα, κάτι ήταν κι αυτό. Μέχρι που μια μέρα αποφάσισε ότι ούτε αυτό της έκανε.

«Τις βαρέθηκε», μου έλεγε ο άντρας μου.

«Τι σημαίνει αυτό;» τον ρωτούσα.

Αυτό μου έλειπε, να ήθελε και προσωπικό σεφ με πιάτο ημέρας. Φυσικά συνέχιζα να ψάχνω. Τα δοκίμασα όλα. Σως γιαουρτιού, ζωμό κοτόπουλου, φρέσκο ελαιόλαδο, μέχρι και ωμοφαγική διατροφή.

Κάθε νέα ανακάλυψη έμοιαζε να λύνει το πρόβλημα. Για λίγο. Μετά, άλλαζε γνώμη και ξαναγυρνούσαμε στο σημείο μηδέν.

Πρωί και βράδι στόλιζα το πιάτο της με λαχανικά. Αγγούρι, γλυκοπατάτα, κολοκύθα. Η αισθητική των πιάτων είχε φτάσει σε επίπεδα εστιατορίου με αστέρι Michelin. Όμως έτρωγε επιλεκτικά. Έπεφτε με τα μούτρα στα συνοδευτικά, τα κατάπινε αμάσητα και το κυρίως έμενε ανέγγιχτο.

Αυτό επαναλαμβανόταν για καιρό. Έβγαζα το πιάτο, εκείνη το μύριζε και το παρατούσε. Ύστερα το έβαζα στο ψυγείο και το σέρβιρα ξανά στο επόμενο γεύμα. Το μπολ γεμάτο, τα νεύρα μου τεντωμένα.

Άρχισα να αναρωτιέμαι. Αφού δεν έτρωγε, πώς άντεχε νηστική; Κι όμως δεν αδυνάτιζε. Κάπου υπήρχε κρυφή πηγή θερμίδων. Και έπρεπε να τη βρω.

Ένα μεσημέρι αποφάσισα να τηγανίσω πατάτες. Πήγα να τις πάρω από το καλάθι, αλλά αυτό ήταν άδειο.

Ήμουν σίγουρη ότι είχα αγοράσει τρία κιλά την προηγούμενη μέρα. Θυμόμουν πως τις είχα κουβαλήσει μέχρι την κουζίνα. Άρχισα να ψάχνω σαν μανιακή. Άνοιξα ντουλάπια, συρτάρια και ψυγείο. Άφαντες!

Και τότε το πρόσεξα! Μια φλούδα κρεμόταν από το στόμα της.

«Τι έχεις εκεί;» ούρλιαξα.

Το ζωντανό έγινε καπνός. Έτρεξα ξοπίσω. Την κυνηγούσα από δωμάτιο σε δωμάτιο μέχρι που βγήκε στο μπαλκόνι.

Τότε το είδα. Πίσω από τη γαρδένια υψωνόταν ένας μικρός λόφος από μισοφαγωμένες πατάτες. Για μια στιγμή ένιωσα πως έχασα το φως μου. Δεν είπα τίποτα. Δεν φώναξα. Από εκείνη την ημέρα σταμάτησα να της αλλάζω διατροφές.

Εγώ έκανα το χρέος μου. Γέμιζα το πιάτο και απομακρυνόμουν. Αν ήθελε να φάει, καλώς. Αν όχι, ήξερε πού ήταν η γαρδένια.

Μοιραστείτε το
Παρακολούθηση προόδου
Εγγραφείτε

Αφήστε ένα Σχόλιο