Καταψύκτης: 1 – Εγώ: 0

Ακολουθήστε με

Όλα έμοιαζαν να πηγαίνουν ρολόι. Είχα ξυπνήσει με το που χτύπησε το ξυπνητήρι. Χωρίς αναβολές, χωρίς να γυρίσω πλευρό. Άλλωστε, το είχα δηλώσει.

Στις επτά και μισή έπρεπε να είμαι ήδη στο αμάξι. Και για πρώτη φορά μετά από καιρό… φαινόταν πως το είχα.

Είχα άπλετο χρόνο να πιω τον καφέ μου και, το πιο βασικό απ’ όλα… να έχω δικό μου το μπάνιο. Χωρίς χτυπήματα στην πόρτα και απειλητικούς ψίθυρους: «Αργείς; Βιάζομαι!»

Και πράγματι, έτσι έγινε. Αφού ρούφηξα τον πρώτο καφέ της ημέρας, σειρά είχε ο καλλωπισμός.

Έβαλα την ηλεκτρική βούρτσα στην πρίζα και όσο περίμενα, ξεκίνησα να βάφομαι. Σχολαστικά. Τόσο, που μέχρι κι εγώ εντυπωσιάστηκα. Η μάσκαρα τοποθετήθηκε επιτυχώς μόνο στα βλέφαρά μου. Χωρίς καμία παράπλευρη απώλεια.

Στη συνέχεια, σειρά είχαν οι μπούκλες. Πήρα τη βούρτσα και άρχισα να ψήνω τα μαλλιά μου. Η μία μετά την άλλη τούφα παραδινόταν στη θερμότητα.

Ικανοποιημένη από το αποτέλεσμα, έχωσα τα δάχτυλά μου ανάμεσά τους και με προσεκτικές κινήσεις, τις χαλάρωσα.  Έτσι, να μοιάζουν φυσικές. Όχι και τίποτα άλλο. Μην νομίσουν οι συνάδελφοι πως είχα ξενυχτήσει για χάρη τους.

Αρωματίστηκα, φόρεσα κραγιόν και αυτή τη φορά το άπλωσα όπως έπρεπε.

Με συμβουλές γνωστής ινφλουένσερ, φυσικά. Πρώτα πούδρα στα χείλη, ύστερα με πινέλο το χρώμα και προσεγμένο περίγραμμα. Τρικ που υποσχόταν διάρκεια. Μεγάλη διάρκεια.

Έβγαλα το πινέλο και ετοιμάστηκα να φορέσω το ρουζ. Είχα αποθηκεύσει το σχετικό βιντεάκι.

Κάτι θυμόμουν… ένα πινέλο κάτω από τα ζυγωματικά, για να βρω τη σωστή γωνία. Δεν βαριέσαι, σκέφτηκα. Έχω χρόνο.

Άνοιξα το κινητό και παρακολούθησα με προσήλωση τις οδηγίες. Σαν να έδινα εξετάσεις.

Αφού μέτρησα σχολαστικά τις γωνίες του προσώπου μου- όσες έχω- άπλωσα το χρώμα όπως ακριβώς έπρεπε.

Ευτυχώς που δεν μου ζήτησε και μοιρογνωμόνιο. Αυτό μου έλειπε. Να αρχίσω να ξεθάβω όργανα γεωμετρίας από τα συρτάρια των παιδιών.

Επιτέλους, ήμουν έτοιμη. Και στην ώρα μου.

Κατευθύνθηκα ήσυχα στην κουζίνα. Άρχισα να ετοιμάζω το απαραίτητο ρόφημα για τον δρόμο. Κοίταξα για άλλη μια φορά το ρολόι. Είχα ακόμη δεκαπέντε λεπτά. Δικά μου.

Χαμογέλασα και έβαλα τον καφέ στο μίξερ. Για να ολοκληρωθεί σωστά, έλειπε ένα βασικό συστατικό. Τα παγάκια.

Άνοιξα την κατάψυξη κι άρχισα να ψάχνω. Κοίταξα από δω, από εκεί. Ανακάτεψα αρακά, αναποδογύρισα κατεψυγμένα ρεβίθια, μα τα παγάκια άφαντα.

Και τότε θυμήθηκα. Η σακούλα με τα παγάκια ήταν στον καταψύκτη. Στο ισόγειο.

Φόρεσα παπούτσια, έβαλα την τσάντα στον ώμο. Ήταν βαριά. Έριξα ένα βλέμμα μέσα της. Ποιος ξέρει τι έκρυβε πάλι; Κράτησα μια νοερή σημείωση. Έπρεπε να την αδειάσω.

Προσπάθησα να την κλείσω, αλλά το φερμουάρ είχε άλλη άποψη. Το παράτησα στην ησυχία του.

Με τον καφέ στο ένα χέρι κατέβηκα τις σκάλες. Μόλις έφτασα κάτω, άνοιξα το καπάκι και κοίταξα μέσα του. Με την πρώτη ματιά δεν είδα τίποτα. Ο καταψύκτης ήταν σχεδόν γεμάτος. Μπριζολάκια, πίτες από προσφορά, τάπερ άγνωστης ταυτότητας.

Έσκυψα για να δω καλύτερα. Και τότε ακούστηκε ένας περίεργος θόρυβος.

Μαζί με εμένα, είχε γείρει και η τσάντα μου. Και μαζί της… όλο το περιεχόμενο.

Πάγωσα. Πέταξα την άδεια τσάντα στο πάτωμα, άφησα τον καφέ και ξεκίνησα την εξερεύνηση.

Πρώτα βρήκα τα γυαλιά ηλίου. Τα πήρα στη χούφτα. Τα τζάμια τους είχαν θολώσει. Σιγά, μικρό το κακό. Ένα σκούπισμα και έτοιμα.

Συνέχισα να ψαχουλεύω. Κραγιόν δίπλα σε κουτιά πίτσας. Τα άρπαξα με την παλάμη μου. Ούτε που ήξερα ότι κουβαλούσα τόσα μαζί μου. Συνέχισα την ανασκαφή. Σήκωσα το κουτί με τις μπριζόλες και τα είδα. Τα κλειδιά του σπιτιού. Τα βρήκα πιο γρήγορα απ’ ό,τι όταν τα ψάχνω μέσα στην τσάντα.

Ανακάτεψα για λίγη ώρα ακόμη τάπερ και κρέατα. Τα χέρια μου είχαν παγώσει. Το ίδιο και οι μπούκλες μου.  

Κοίταξα την τσάντα που την είχα παρατήσει στο πάτωμα. Προσπάθησα να κλείσω το φερμουάρ. Με τίποτα. Είχε μουλαρώσει. Το μάτι μου άρχισε να πετάει σπίθες.

Δεν ξέρω αν ήταν από τα νεύρα ή από την απότομη ψύξη του αμφιβληστροειδούς.

Κούνησα αδιάφορα τους ώμους και έπεισα τον εαυτό μου πως δεν άξιζε να συγχυστώ. Τόσες ετοιμασίες είχα κάνει. Θα τις άφηνα να πάνε στράφι;

Ετοιμάστηκα να πάω στο αμάξι.

Και κάπου εκεί συνειδητοποίησα πως έλειπε το κυριότερο. Τα κλειδιά του αυτοκινήτου.

Πάγωμα μέρος δεύτερο.

Έκανα μεταβολή και άδειασα την τσάντα. Αυτή τη φορά από μόνη μου. Έψαξα τις μεγάλες θήκες. Τις μικρές. Εσωτερικά φερμουάρ και τα εξωτερικά. Πουθενά. Σήκωσα το βλέμμα μου προς τον καταψύκτη. Τον κοίταξα απειλητικά.

«Ώστε έτσι;» ψιθύρισα και άνοιξα με μανία το καπάκι. Δεύτερος γύρος. Καταψύκτης κι εγώ.

Έψαχνα χωρίς ανάσα. Αν και κινδύνευα με κρυοπαγήματα, δεν το έβαζα κάτω.

Έβγαλα πίτσες, μπολ με πολύχρωμα καπάκια, κατεψυγμένα φασολάκια. Τα κλειδιά; Πουθενά.

Έσκυψα ακόμη περισσότερο. Με την άκρη του ματιού μου είδα ένα κουτί με γαρίδες.

Μου φάνηκε πως μου χαμογελούσαν. Κοίταξα καλύτερα. Όχι, δεν χαμογελούσαν αυτές. Ήταν απλώς ένας τύπος πάνω στη συσκευασία. Τότε είδα τα μουστάκια τους μέσα από το κουτί. Και κάτι να γυαλίζει.

Τα κοίταξα. Με κοίταξαν. Τα κλειδιά μου; Μέσα στις γαρίδες.

Άνοιξα το κουτί κι έχωσα τα δάχτυλά μου ανάμεσά τους. Το νύχι μου πιάστηκε στο κεφάλι μίας από αυτές. Ωραία. Είχα ήδη αποφασίσει τι θα μαγείρευα απόψε.

Δεν θυμάμαι αν έβαλα παγάκια στον καφέ μου. Το μόνο που ξέρω είναι ότι κατάφερα να φύγω για δουλειά… αργοπορημένη.

Με ένα ελαφρύ άρωμα θαλασσινού αέρα.

Μοιραστείτε το
Παρακολούθηση προόδου
Εγγραφείτε

Αφήστε ένα Σχόλιο