Τι θα κάνουμε φέτος το Πάσχα;
Η ερώτηση που βασανίζει την οικογένειά μου πριν καν τελειώσουν τα μελομακάρονα.
Τι καιρό θα έχει το Πάσχα; Η δεύτερη κρίσιμη ερώτηση.
Φέτος έπεφτε νωρίς. Ο καιρός; Άγνωστος. Τον Καλλιάνο να είχαμε κολλητό μας, δεν θα έβγαζε δελτίο.
Κάπου εκεί αναρωτήθηκα αν υπάρχουν ακόμα η Καθαρά Δευτέρα και η 25η Μαρτίου. Ή αν τις είχαμε ήδη διαγράψει. Εμείς είχαμε μάτια μόνο για το Πάσχα.
Και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβουμε, φτάσαμε στη Μεγάλη Εβδομάδα.
Ψώνια για κρέατα, λαμπάδες και σοκολατένιους λαγούς. Και μετά… κι άλλα κρέατα. Κάπου εκεί άρχισα να αναρωτιέμαι.
«Ποιοι θα φάνε όλα αυτά;» ρώτησα τον σύζυγο, καχύποπτα.
Δεν μου έβγαινε το μέτρημα. Πέντε εμείς. Εγώ, ο άντρας μου, τα παιδιά, η μητέρα μου.
Άλλοι τέσσερις, η οικογένεια του αδερφού μου. Κρέατα; Τουλάχιστον για δεκαπέντε άτομα. Μην πω και παραπάνω.
«Μπορεί να έρθει και το σόι της νύφης σου…» μου ξεφούρνισε.
Συνέχισα να μετράω. Δέκα, έντεκα… Είχα δίκιο. Κρέατα για δεκαπέντε.
Το καλό ήταν ότι θα μαζευόμασταν όλοι στο εξοχικό. Το κακό; Δεν υπήρχε πλυντήριο πιάτων.
Δεν θα πιανόμουν κορόιδο. Σιγά μην έπεφτα στη λάντζα. Πλαστικά πιάτα και ποτήρια. Για τα μαχαιροπήρουνα, θα θυσιαζόμουν.
Δεν κόβεται το κρέας με πλαστικό μαχαίρι. Το είχα δοκιμάσει στο σπίτι με μπριζόλα. Στο τέλος λύγισε το μαχαίρι. Όχι η μπριζόλα.
Έτσι πέρασαν οι μέρες… Και ήρθε η Κυριακή του Πάσχα.
Νωρίς το πρωί, το αρνί είχε μπει στη σούβλα. Μια γουλιά καφέ, το βλέμμα στο κρέας που γύριζε.
Και τα αβγά; Όσα δεν είχα ακουμπήσει μήνες, πέρασαν όλα εκείνη τη μέρα. Καθάριζα χωρίς σταματημό. Τόσο που τα δάχτυλά μου άλλαξαν χρώμα. Κόκκινα, σαν τα αβγά που ξεφλούδιζα.
Έπειτα, σειρά είχαν τα τυριά. Κίτρινα, άσπρα, με μούχλα, με πιπέρι.
Δέκα το πρωί, κι όσο ετοίμαζα, τόσο τσιμπολογούσα. Πήρα τις πιατέλες, τις στόλισα και τις άφησα στην άκρη.
Μετά, ξεκίνησα να καθαρίζω πατάτες. Λίγο ακόμη και θα πίστευα πως ήμουν στον στρατό.
«Γιατί κόβουμε και πατάτες;» ρώτησα τη μάνα μου. «Τόσες σαλάτες και κρέατα θα έχουμε!»
Εκείνη σήκωσε αδιάφορα τους ώμους.
«Μα για τα παιδιά…»
Κλασική ατάκα. Για τα παιδιά… που τελικά τις τρώγαμε εμείς.
Όμως είχαν ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Ήταν τόσες πολλές, που τις μετακομίσαμε. Στη λεκάνη απλώματος.
«Σίγουρα θα είμαστε δεκαπέντε;» ξαναρώτησα.
Τότε ακούστηκαν κόρνες. Δυνατές. Σαν να γινόταν γάμος. Οι φωνές και τα γέλια δυνάμωσαν. Έβγαλα την ποδιά και βγήκα έξω να τους προϋπαντήσω. Όχι μόνη.
Όλοι μαζί. Στηθήκαμε στην ουρά, σαν σε παράταξη. Μετά ξεκίνησαν οι χαιρετούρες.
«Καλώς ήρθατε…» Πρώτη ατάκα. Άπλωμα χεριού, εναγκαλισμός.
Φιλιά στα μάγουλα. Ένα στο δεξί, ένα στο αριστερό.
«Χρόνια πολλά…» Δεύτερη ατάκα.
«Ω, μα δεν ήταν ανάγκη…»
Αυτό το έλεγε η μάνα μου. Κάθε φορά που της έδιναν τάπερ. Όλοι είχαν φέρει το κατιτίς τους.
Το τραπέζι είχε ετοιμαστεί από νωρίς στον κήπο. Στολισμένο με κόκκινα αβγά. Ψεύτικα και αληθινά.
Παρά τρίχα πρόλαβα τον πατέρα της νύφης μου.
«Αυτά δεν τρώγονται!» του είπα και κοίταξα τον ένοχο δίπλα μου. Ιδέα του άντρα μου. Για να φαίνεται πιο πλούσιο το τραπέζι.
Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή.
«Έχει τόσο ωραίο καιρό σήμερα. Ας φτιάξουμε κι άλλο τραπέζι κάτω από την ελιά.»
«Γιατί;» πετάχτηκα. «Αφού χωράμε όλοι στο μεγάλο τραπέζι.»
Η μητέρα της νύφης μου με κοίταξε και χαμογέλασε. Εκεί κάτι δεν μου άρεσε.
«Προτείναμε στα ξαδέρφια μου να έρθουν», είπε και χαμογέλασε ακόμη πιο πλατιά.
Σηκώθηκα και έτρεξα να φέρω δυο καρέκλες.
«Ορίστε!» είπα θριαμβευτικά. «Χωράνε δύο ακόμη…»
«Θα είναι και μερικοί φίλοι τους…» απάντησε και έσκασε στα γέλια.
Άρχισα πάλι το μέτρημα. Μία τις καρέκλες, μία τα άτομα. Δεν μου έβγαινε.
Εκτός κι αν το γυρίζαμε σε μπουφέ. Αν και δεν νομίζω πως θα έβρισκε ανταπόκριση.
«Γιατί δεν φέρνεις ένα τραπεζάκι ακόμη;» πετάχτηκε ο αδερφός μου.
Γύρισα και τον κοίταξα. Απειλητικά. Όμως τον είχα ανάγκη. Έψηνε το αρνί. Φημιζόταν για τις ικανότητές του στο ψήσιμο. Ειδικά στον οβελία.
Σε λίγη ώρα το τραπέζι είχε ετοιμαστεί. Οι υπόλοιποι καλεσμένοι είχαν ήδη στρογγυλοκαθίσει.
Τότε ήταν που ξεκίνησαν οι παραγγελίες.
«Τι χρειάζεται να κάνει κάποιος για να πιει ένα τσιπουράκι;» ακούστηκε μια φωνή από το βάθος.
Φόρεσα την ποδιά και έφυγα για την κουζίνα. Έβαλα τσίπουρα και μεζέδες σε δίσκο και τα πήγα κάτω από την ελιά.
«Παγάκια δεν έφερες…» μου πέταξε ένας από την παρέα, καρφώνοντας ένα κομμάτι κοκορέτσι.
«Έρχεται…» απάντησα και έφυγα βολίδα.
Δεν θυμάμαι πόσα δρομολόγια έκανα μέχρι την ελιά. Μου πέρασε από το μυαλό να την κόψω. Μετά το Πάσχα. Σάμπως τη χρειαζόμασταν; Μόνο μπελάδες μου είχε φέρει.
Όλοι έμειναν ευχαριστημένοι. Εγώ, από την άλλη, με πρησμένα πόδια.
Είχαν να το λένε μετά.
«Η καλύτερη γκαρσόνα…»
Κοίταξα την ελιά. Με νόημα. Του χρόνου θα βάλω και τιμοκατάλογο. Με έξτρα χρέωση.
