Πανηγύρι για αρχάριους

Ακολουθήστε με

Φέτος οι διακοπές μας είχαν περιήγηση σε διάφορα χωριά της Πελοποννήσου.

Κάπου ανάμεσα στις διαδρομές μας, το μάτι μου έπεσε σε μια αφίσα κολλημένη. Με μεγάλα γράμματα έγραφε:

Πανηγύρι στην αλάνα του χωριού.
Με τη γνωστή τραγουδίστρια που ξεσηκώνει τα πλήθη.
Άφθονο κρασί και γουρνοπούλα.

21:00. Να είστε όλοι εκεί.

Η λέξη γουρνοπούλα χτύπησε σαν κεραυνός στο μυαλό μου. Γύρισα αμέσως προς το έτερον ήμισυ.

«Θα πάμε στο πανηγύρι; Θα ήθελα να δω πώς είναι. Θα είναι τέλεια εμπειρία!»

Κοίταξα τα παιδιά από τον καθρέφτη. Δεν φάνηκαν να συμμερίζονται τη χαρά μου. Η προσοχή τους ήταν στραμμένη στα κινητά τους.

«Ακούσατε τι είπα; Απόψε θα πάμε σε πανηγύρι…»

Καμιά απάντηση. Νομίζω πως είδα μόνο ένα αόριστο κούνημα κεφαλιού. Το εξέλαβα ως ομόφωνη αποδοχή. Δεν πειράζει, σκέφτηκα. Εγώ θα περάσω καλά.

Τι καλύτερο από το να τρως το αγαπημένο σου έδεσμα υπό τους ήχους γνωστής τραγουδίστριας λαϊκών ασμάτων;

Το βράδυ ήρθε και εμείς ήμασταν έτοιμοι από τις οχτώ. Με το ζόρι συγκρατούσα τους υπόλοιπους. Τα παιδιά είχαν ήδη βαρεθεί να περιμένουν να περάσει η ώρα. Το ίδιο και ο άντρας μου. Όμως η αφίσα το έλεγε ξεκάθαρα. Εννιά η ώρα.

Δεν υπήρχε περίπτωση να πατήσω το πόδι μου νωρίτερα. Είμαι άνθρωπος που σέβεται τα ωράρια. Ακόμη και των πανηγυριών.

Κάπως έτσι, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή, φτάσαμε τελικά στην αλάνα. Ήμουν πολύ συγκινημένη. Ίσως γιατί το έβλεπα και σαν ευκαιρία να δω από κοντά ένα χωριό να μαζεύεται όλο μαζί, να τρώει, να τραγουδάει, να θυμάται πως είναι κοινότητα.

Φυσικά και να υπάρχει κάπου εκεί κοντά και μια γουρνοπούλα.

Όμως, όταν μπήκαμε στην αλάνα, διαπιστώσαμε πως ήταν άδεια.

Παντού υπήρχαν τραπέζια και καρέκλες, αλλά ούτε ένας άνθρωπος καθισμένος. Κοίταξα τριγύρω και είδα τη σκηνή. Πάνω της είχαν στηθεί μικρόφωνα, ηχεία και καρέκλες. Όμως κι εκεί δεν υπήρχε κανείς.

Ακριβώς δίπλα στη σκηνή βρίσκονταν οι σερβιτόροι και μερικοί ακόμη που έψηναν τις γουρνοπούλες. Με λίγα λόγια, το πανηγύρι είχε όλα τα απαραίτητα. Τραπέζια, καρέκλες, σκηνή, φαγητό. Του έλειπαν μόνο οι πανηγυριώτες.

«Μήπως ήρθαμε νωρίς;» αναρωτήθηκαν τα παιδιά μου.

Κοίταξα την ώρα. Είχε πάει ήδη εννέα και τέταρτο. Να είχα κάνει λάθος την ημέρα; Αποκλείεται. Αφού υπήρχαν άνθρωποι που έψηναν, σίγουρα είχαμε έρθει τη σωστή ημερομηνία. Κανείς δεν ψήνει γουρνοπούλα από λάθος.

Αποφασίσαμε να καθίσουμε σε ένα τραπέζι. Ο άντρας μου σηκώθηκε να φέρει αναψυκτικά. Η ώρα περνούσε και παντού επικρατούσε σιωπή.

Πήγε δέκα. Ύστερα δέκα και μισή. Ώσπου ένας άνθρωπος εμφανίστηκε στη σκηνή.

«Σιωπή. Ξεκινάει!» αναφώνησα ενθουσιασμένη.

Μέχρι που κατάλαβα πως απλώς ρύθμιζε τον ήχο. Άλλωστε, πώς να ξεκινούσε; Πανηγύρι με τέσσερις ανθρώπους γίνεται;

Κάποια στιγμή μας έπιασε η πείνα. Είχαμε ήδη αντισταθεί αρκετή ώρα στις μυρωδιές του ψημένου κρέατος, πράγμα που για μένα ήταν προσωπικός άθλος. Αφού φάγαμε, κοίταξα το ρολόι. Είχε πάει σχεδόν έντεκα.

Σε αυτό το σημείο άρχισα να αναρωτιέμαι αν είχα διαβάσει σωστά την ώρα ή αν οι κάτοικοι του χωριού είχαν μεταξύ τους μια κρυφή συνεννόηση. Η αφίσα έγραφε εννέα, αλλά μάλλον εννοούσε ώρα προθέρμανσης.

Λίγο μετά τις έντεκα άρχισαν να εμφανίζονται οι πρώτοι άνθρωποι. Σιγά σιγά. Δυο από τη μία πλευρά, τρεις ακόμη από την άλλη. Περπατούσαν αργά σαν να έκαναν βόλτα στην παραλία και όχι σαν να είχαν καθυστερήσει δύο ώρες σε πανηγύρι.

Κανείς δεν έδειχνε αγχωμένος. Αντίθετα με μένα, που κοιτούσα το ρολόι κάθε πέντε λεπτά.

Τελικά, τα τραπέζια άρχισαν να γεμίζουν. Εμείς είχαμε ήδη φάει όσο γουρνοπούλα μπορούν να φάνε τέσσερις άνθρωποι, είχαμε πιει αναψυκτικά, κρασί, μπύρες και ξανά αναψυκτικά.

Μέχρι που φάνηκαν τα πρώτα σημάδια κόπωσης. Από τα παιδιά.

«Μαμά, βαρέθηκα. Πότε θα φύγουμε;»

Κοίταξα τον άντρα μου. Δεν μιλούσε, αλλά ήμουν σίγουρη πως σκεφτόταν ακριβώς το ίδιο. Με κοιτούσε μ’ ένα βλέμμα που έλεγε:

«Τι μας κουβάλησες εδώ νυχτιάτικα;»

Έκανα πως δεν το αποκωδικοποίησα. Άλλωστε, το μόνο που με ενδιέφερε ήταν η τραγουδίστρια. Και τότε το θαύμα έγινε. Η μουσική άρχισε να παίζει δυνατά και μια γυναίκα εμφανίστηκε στη σκηνή.

«Επιτέλους!» αναφώνησα.

Μόνο που, όσο την κοιτούσα, τόσο κάτι δεν μου ταίριαζε. Ώσπου άρχισε να τραγουδάει. Τότε βεβαιώθηκα. Δεν ήταν η τραγουδίστρια της αφίσας.

Ήταν κάποια άλλη. Δεν τη γνώριζα. Και κρίνοντας από τις αντιδράσεις γύρω μου, μάλλον δεν ήμουν η μόνη.

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά που ζούσαμε εκείνες τις ώρες άρχισε να φυσάει. Και να κάνει ψύχρα. Πολλή ψύχρα.

Έδωσα στα παιδιά τις ζακέτες τους κι εκείνα έπεσαν με τα μούτρα στα κινητά. Δυστυχώς, δεν είχα προνοήσει να φέρω κάτι για μένα. Δεν περίμενα στην καρδιά του Αυγούστου να αναζητήσω κουβέρτα σε πανηγύρι.

Ο κόσμος δίπλα μας μιλούσε δυνατά κι έδειχνε να το διασκεδάζει. Εμείς; Κάτι το φαΐ που μας είχε κάτσει βαρύ, κάτι η αναμονή και το κρύο, είχαμε αρχίσει να χάνουμε την όρεξή μας για πανηγύρι. Και μαζί μ’ αυτήν, την αίσθηση στα δάχτυλα των ποδιών μας.

Κι εκεί που είχα αρχίσει να αμφιβάλλω για την ύπαρξη της τραγουδίστριας, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, έγινε αυτό που περίμενα.

Εμφανίστηκε με μια εντυπωσιακή είσοδο και με το γνωστό της τραγούδι. Ο κόσμος ξεχύθηκε στην πίστα.

Εκτός από εμάς. Δεν νομίζω πως μπορούσα πια να κουνήσω τα άκρα μου. Τα πόδια μου είχαν μουδιάσει, τα μάτια μου έκλειναν και το μόνο που σκεφτόμουν ήταν ένα ζεστό πάπλωμα. Το πανηγύρι είχε ανάψει για τα καλά. Στις δωδεκάμισι. Όχι στις εννέα που υποσχόταν η αφίσα.

Πλέον κανένας δεν καθόταν στις καρέκλες. Για εμάς, όμως, το πανηγύρι είχε φτάσει πανηγυρικά στο τέλος του. Είχαν προηγηθεί φαγητό, ποτό, αναμονή και ξεπάγιασμα. Όλα αυτά πριν καν βγει η βασική τραγουδίστρια. 

«Πάμε να φύγουμε;» πρότεινε ο άντρας μου.

Κούνησα το κεφάλι μου και σηκώθηκα χωρίς δεύτερη κουβέντα. Εκείνο το βράδυ θα μου μείνει αξέχαστο.

Έμαθα για τα καλά πως στα χωριά η ώρα που γράφει στην αφίσα δεν είναι η ώρα έναρξης.

Είναι η ώρα που ανάβουν τα κάρβουνα.

Μοιραστείτε το
Παρακολούθηση προόδου
Εγγραφείτε

Αφήστε ένα Σχόλιο