Λένε πως οι ρίζες του ανθρώπου είναι ιερές. Εγώ πάλι τις κρατούσα σε ασφαλή απόσταση, δύο ώρες και κάτι μακριά. Κι αν γινόταν χωρίς χωματόδρομο, ακόμη καλύτερα.
Το χωριό μου λέγεται Δόριζα. Μικρό, με τους κατοίκους μετρημένους στα δάχτυλα.
Παραθαλάσσιο; Ούτε με κιάλια δεν βλέπεις θάλασσα.
Τριγύρω βουνά κι ένας χωμάτινος δρόμος που οδηγεί σε ένα άνοιγμα. Πλατεία θα το έλεγα, αν ήμουν υπερβολική. Στην άκρη της, ένα μαγαζί. Μάλλον καφενείο. Ή μήπως μπακάλικο; Μπορεί και κέντρο πληροφοριών. Ανάλογα ποιον ρωτούσες και πόση ώρα καθόσουν.
Κάπου εκεί βρέθηκα κι εγώ. Αγκαζέ με μια μακρινή ξαδέλφη από το Σίδνεϊ, που είχε έρθει στην Ελλάδα για να βρει τις ρίζες της. Και, ανάμεσα σε αυτές, μπλέχτηκα κι εγώ. Ας είναι καλά τα social. Με εντόπισε με ύποπτη ευκολία.
«Κρις…» με έλεγε, τονίζοντας το «σ» όσο πιο παχιά γινόταν.
«Πάμε στο πατρικό σου να μείνουμε για το ΣΚ; Κρίμα να μαραζώνει τέτοιο σπίτι μόνο του…»
Με τα πολλά, με έπεισε. Ένα πρωί εμφανίστηκε στην πόρτα μου, πήρα τη βαλίτσα μου και φύγαμε. Κι αν κάτι δεν μου άρεσε, εύκολα θα έβρισκα τον δρόμο διαφυγής.
Όταν φτάσαμε στην πλατεία, είδαμε το μαγαζί. Μερικοί θαμώνες κάθονταν έξω, έπιναν τον καφέ τους και κουβέντιαζαν. Μέχρι που μας είδαν. Οι κουβέντες κόπηκαν απότομα και τα τσιγάρα έμειναν μετέωρα στα δάχτυλα. Τους είχαμε τραβήξει την προσοχή. Και όλα αυτά μόνο επειδή παρκάραμε.
Η Αυστραλή ξαδέλφη βγήκε έξω με αέρα influencer σε αποστολή, ενώ απέναντι ο κυρ Μήτσος μετρούσε τους καφέδες του, λες και έκανε απογραφή υψίστης σημασίας.
«Εδώ είναι το Ντόριζα;» ρώτησε εκείνη, με ελληνικά αρκετά σπαστά ώστε να σπάσουν και τα δικά μου νεύρα.
Ο καφετζής σταμάτησε για λίγο το μέτρημα και την κοίταξε από την κορφή ως τα νύχια. Εγώ, από την άλλη, ήθελα να ανοίξει η γη και να με καταπιεί. Δέκα χρόνια είχε ζήσει στο Σίδνεϊ. Ήταν δυνατόν να είχε ξεχάσει τα ελληνικά που μιλούσε τριάντα χρόνια;
Ένας θαμώνας ρούφηξε δυνατά μια γουλιά καφέ κι ύστερα τη ρώτησε κάτι που ακούστηκε κάπως έτσι:
«Τίν’ς είσ’ συ;»
Η ξαδέλφη γύρισε προς το μέρος μου και με κοίταξε απορημένη. Εκείνη έψαχνε ενθουσιασμένη τις ρίζες της· ο πελάτης του καφενείου ήθελε απλώς να μάθει αν ήταν εγγονή της κυρά-Μαρίκας, που έμενε μερικές ελιές πιο πάνω, ή του κυρ Θανάση, που είχε το γραφείο τελετών στην Τρίπολη.
Εδώ δεν βρίσκεις τις ρίζες σου. Σε βρίσκουν αυτές. Και σε ανακρίνουν.
Αφού αναλύσαμε το γενεαλογικό μας δέντρο μέχρι τρίτου ξαδέρφου και ακόμη παραπέρα, ξεκινήσαμε να βρούμε το άλλο δέντρο. Το κανονικό. Τον μεγάλο πλάτανο. Αυτές ήταν οι οδηγίες του κυρ Μήτσου για να μην τριγυρίζουμε άσκοπα στα χωράφια και μας μαζεύουν το απόγευμα.
Τελικά τον βρήκαμε. Και μαζί του, το σπίτι.
«Το κλειδί είναι κάτω από την πέτρα…» ανακοίνωσε περιχαρής η συγγενής μου.
«Το έχει αφήσει ο θείος Γιώργος για εμάς…» συνέχισε, βγάζοντας το κινητό για selfie.
Την κοίταξα. Ύστερα κοίταξα την πέτρα. Δίπλα της υπήρχαν ένα σωρό αγριόχορτα. Τσουκνίδες! Μπορεί να ήμουν παιδί της πόλης, αλλά αυτό το ζιζάνιο ήξερα να το αναγνωρίζω.
«Δεν υπάρχει περίπτωση να χώσω το χέρι μου εκεί…» είπα.
«Πώς κάνεις έτσι; Βρίσκεσαι στη φύση», μου υπενθύμισε και συνέχισε να τραβάει φωτογραφίες. Ώσπου σταμάτησε.
«Τι μυρίζει έτσι;» αναρωτήθηκε και σούφρωσε τη μύτη της.
Γύρισα το κεφάλι μου και είδα μερικά πρόβατα να περνάνε από πίσω μας. Μαζί τους και το αφεντικό τους. Είχαν σταματήσει και μας περιεργάζονταν. Όλοι μαζί.
«Τίν’ς είσ’ συ;» ακούστηκε η γνωστή ερώτηση για δεύτερη φορά μέσα σε λίγη ώρα.
Η ξαδέλφη παράτησε το κινητό και έπιασε δημόσιες σχέσεις. Εγώ έπιασα την πέτρα. Με έναν μορφασμό στο πρόσωπο, απομάκρυνα το κλειδί από κάτι που έμοιαζε να είχε κολλήσει πάνω του. Είχε λεπτά ποδαράκια και ένα πλατύ κεφάλι. Ευτυχώς έδειχνε νεκρό.
Προχώρησα μέσα στην αυλή. Το μεγάλο δέντρο στο κέντρο της ήταν περίπου όπως το θυμόμουν. Μόνο που δεν είχε φύλλα. Τα είχε αφήσει όλα κατάχαμα.
«Ανεβαίνω στο σπίτι», φώναξα αν και δεν ήμουν σίγουρη γι’ αυτό.
Δεν με είχε ακούσει. Την είδα να βγάζει φωτογραφίες. Αυτή τη φορά με τα πρόβατα.
Κούνησα το κεφάλι μου και έβαλα το κλειδί στην πόρτα. Το καλό ήταν πως το σπίτι είχε καθαριστεί. Μας είχε ενημερώσει ο κυρ Μήτσος, τον οποίο είχε ειδοποιήσει ο θείος. Στο χωριό δεν χρειαζόσουν Wi-Fi, απλώς καλές διασυνδέσεις.
Με το που μπήκα μέσα, μια βαριά μυρωδιά κλεισούρας έφτασε στη μύτη μου. Ήταν θεοσκότεινα. Έβγαλα το κινητό και άναψα τον φακό. Μετά έλεγξα τον τοίχο για διακόπτη. Προσεκτικά. Δεν ήθελα άλλες εκπλήξεις. Ειδικά με πόδια.
Αφού βεβαιώθηκα πως όλα ήταν καλά, άναψα το φως. Τα πάντα ήταν σκεπασμένα με σεντόνια. Μια ανατριχίλα με διαπέρασε. Ανάλογο σκηνικό έβλεπα σε ταινίες τρόμου.
Ύστερα άρχισα να τραβάω τα σεντόνια. Σιγά σιγά. Δεν ήμουν σε ηλικία για αναπάντεχες αποκαλύψεις. Όχι και τίποτα άλλο. Κι αν κάποιος συγγενής είχε αποτραβηχτεί εδώ για τα γεράματά του; Κι αν δεν είχε προλάβει να ενημερώσει κανέναν ότι έφυγε από τον μάταιο τούτο κόσμο;
«Ήρθα!» ακούστηκε η φωνή της ξαδέλφης. Το αίμα μου πάγωσε. Για λίγο είχα ξεχάσει πως εκτός από εμένα, υπήρχε κι άλλος εν ζωή σε αυτό το σπίτι. Κάτι που υπό άλλες συνθήκες, θα με ανακούφιζε.
«Θα φέρω τη σκούπα», της είπα. «Να ελέγξω πως έχει γίνει καλό σκούπισμα παντού», πρόσθεσα και έτρεξα να τη φέρω.
«Γιατί; Στο πάτωμα θα κοιμηθείς;» αναρωτήθηκε η συνταξιδιώτισσά μου. Για όλα είχε να πει την κατάλληλη ατάκα.
Άρχισα το σκούπισμα σε όλα τα δωμάτια. Κουζίνα, μπάνιο και στο τέλος, σαλόνι. Μετακίνησα καρέκλες, τραπέζια, μπαούλα. Γέμισα ένα φαράσι με διάφορα όντα που κάποτε ίσως πετούσαν ή σέρνονταν κάπου μέσα στο σπίτι. Πλέον συμμετείχαν στη διακόσμηση ως σκόνη.
Μέχρι που αποφάσισα να σκουπίσω και κάτω από τον καναπέ-κρεβάτι. Εκεί όπου θα κοιμόμουν. Έχωσα βαθιά τη σκούπα και αμέσως κατάλαβα πως κάτι υπήρχε εκεί κάτω. Άρχισα να κάνω διάφορες κινήσεις με το σκουπόξυλο, μήπως τραβήξω το ξεχασμένο αντικείμενο.
Και εμφανίστηκε.
Ένα φίδι. Κουλουριασμένο.
Μία που το είδα, μία που εξαφανίστηκα τρέχοντας από το σπίτι. Χωρίς την ξαδέλφη. Την άφησα να τα βρει μόνη της με τη φύση. Άλλωστε, εκείνη είχε έρθει για επαφή με τις ρίζες.
Εγώ προτιμούσα την άσφαλτο.
