Είχα χρόνια να κατέβω Μοναστηράκι. Αν δεν επέμενε η αδερφή μου, θα άφηνα κι άλλα τόσα. Η αλήθεια είναι ότι το σκεφτόμουν όλη την εβδομάδα. Κάπως σαν αγωγή που μου έγραψε ψυχίατρος χωρίς ραντεβού. Θα άφηνα τις δουλειές μου και το σπίτι άνω κάτω για να κάνω την τουρίστρια. Δεν ξέρω πώς τα είχε καταφέρει να με τουμπάρει. Τώρα όμως ήταν αργά για να κάνω πίσω.
«Έλα μωρέ, τι θα πάθεις αν δεν κάνεις δουλειές ένα Σάββατο; Θα χαλάσει ο κόσμος;» πετάγονταν τα λόγια της στο μυαλό μου.
Το Σάββατο ήρθε κι εγώ ένιωθα περισσότερο σαν να είχα πάρει μετάθεση, παρά σαν να ετοιμαζόμουν για βόλτα.
Οπότε άρχισα να μοιράζω οδηγίες στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Όχι πως ήμουν σίγουρη ότι θα τις ακολουθούσαν. Η ελπίδα όμως πεθαίνει τελευταία. Συνήθως, πάνω στον καναπέ.
Προς τα τέκνα λοιπόν, αφού σήκωσα τον δείκτη με νόημα, ζήτησα να καθαρίσουν το δωμάτιό τους. Ο άντρας μου θα επέβλεπε την καθαριότητα και θα ετοίμαζε σαλάτα. Είχα ήδη μαγειρέψει, πλύνει κατσαρόλες και τις είχα στοιβάξει. Κάτι σαν τον πύργο της Πίζας, αλλά με πιο πολλά λάδια.
Χωρίς να χάνω άλλο χρόνο πήγα να ντυθώ. Φόρεσα ό,τι βρήκα μπροστά μου, έβαλα τα αθλητικά μου παπούτσια και έβαψα γρήγορα το πρόσωπό μου. Λίγο make up και μάσκαρα.
Σήμερα θα είμαι natural, σκέφτηκα.
Δηλαδή, όσο natural μπορεί να είναι ένας άνθρωπος που έχει ήδη μαγειρέψει, έχει πλύνει κατσαρόλες και έχει απειλήσει νοερά τρία άτομα πριν τις εννιά.
Άρπαξα τα κλειδιά του αυτοκινήτου και μαζί με αυτά τα σκουπίδια. Ήταν μια συνήθεια που δεν μπορούσα να αποχωριστώ.
Έβαλα μπρος το αμάξι. Έπρεπε να πάω να την πάρω από το σπίτι της και μετά να παρκάρουμε στο μετρό. Ύστερα, ήταν μόνο δέκα λεπτά μέχρι το Μοναστηράκι.
Δεν άργησα να φτάσω. Πάτησα μερικές κόρνες. Την είδα να κατεβαίνει. Τα μαλλιά της κυμάτιζαν ανάλαφρα σαν κουρτίνα. Χωρίς καμία τσαλάκα. Φορούσε μια ολόσωμη μπλε φόρμα και ένα ζευγάρι κοκάλινα γυαλιά. Ήμουν σίγουρη πως όσο εγώ ξεθεωνόμουν στο σπίτι, εκείνη απλώς καλλωπιζόταν.
Μπήκε στο αμάξι και μου χάρισε ένα αφοπλιστικό χαμόγελο. Αφού πρώτα εισχώρησε στα ρουθούνια μου η κολόνια της.
«Καλημέρα…» της είπα και νομίζω πως αυτή ήταν η μόνη κουβέντα που πρόλαβα να ξεστομίσω.
Εκείνη άρχισε να μιλάει χωρίς παύσεις. Εννοείται πως μου έκανε και υποδείξεις για τις οδηγητικές μου ικανότητες. Και φυσικά, για των υπολοίπων. Εγώ απλώς κουνούσα το κεφάλι μου. Η ώρα ήταν ήδη οχτώμισι και οι δρόμοι είχαν μποτιλιαριστεί.
«Μα πού πάνε όλοι;» αναρωτήθηκα.
«Ο κόσμος βγαίνει τα Σάββατα. Όχι σαν κι εσένα που τη βγάζεις με το ξεσκονόπανο».
Αναρωτήθηκα, αν είχε προβάρει την ατάκα. Γιατί αν δεν την είχε προβάρει, αυτό ήταν ακόμη πιο ανησυχητικό.
Κάποια στιγμή το μετρό φάνηκε μπροστά μας. Αυτό που δεν φάνηκε ήταν μια άδεια θέση για παρκάρισμα.
«Μην αγχώνεσαι. Εγώ πάντα βρίσκω…» μου είπε με αυτοπεποίθηση.
Ίσως θα έπρεπε να πηγαίναμε με το δικό της αμάξι. Αυτό που, απ’ ό,τι φαίνεται, είχε ξεχωριστές ικανότητες εύρεσης πάρκινγκ. Συνέχισα να κάνω γύρους. Μέχρι που έγινε το θαύμα. Ένα αυτοκίνητο έφυγε. Άναψα απειλητικά τα φώτα κινδύνου και με τρεις κινήσεις είχα ήδη χωθεί.
«Τώρα τρέχουμε!» της ανακοίνωσα.
«Γιατί; Το Μοναστηράκι δεν φεύγει από τη θέση του!» απάντησε εκείνη ετοιμόλογη. Αδιαφόρησα κι επιτάχυνα το βήμα μου. Ώσπου γύρισα να την κοιτάξω. Είχε βγάλει το καθρεφτάκι της και έφτιαχνε μια τούφα από τα μαλλιά της. Εγώ, από την άλλη, ήθελα να την ξεμαλλιάσω. Αγνόησα τα συναισθήματά μου και προχώρησα.
Ξαφνικά, ακούστηκε ο συρμός να καταφτάνει.
«Βιάσου!» τσίριξα κι άρχισα να τρέχω.
Η αδερφή μου πάσχιζε να με προλάβει. Πάντα με το τσουλούφι της ανά χείρας.
Όταν φτάσαμε στις πόρτες, ένα πλήθος περίμενε απ’ έξω. Μέχρι που μπούκαρε με το έτσι θέλω. Οι μέσα δεν έβγαιναν και οι έξω δεν έμπαιναν. Αγκωνιές και σπρωξίματα παντού.
Τελικά οι πόρτες έκλεισαν. Το καλό ήταν πως δεν χρειαζόταν να στηριχτώ από κάπου. Είχα στριμωχτεί ανάμεσα σε αγνώστους.
«Θα είναι τέλεια…» αναφώνησε χαρούμενη η αδερφή μου. Την άκουγα, αλλά δεν την έβλεπα. Κρυβόταν ανάμεσα σε κάτι μπράτσα που κρέμονταν.
Ευτυχώς, φτάσαμε γρήγορα στον προορισμό μας. Αφού σπρώξαμε μερικούς συνεπιβάτες, τρέξαμε προς την πόρτα. Εμείς θέλαμε να βγούμε και οι υπόλοιποι απ’ έξω ήθελαν να μπουν.
Έβαλα τη γρήγορη ταχύτητα. Η αδερφή μου, πίσω μου, προσπαθούσε ακόμη να καταλάβει γιατί τρέχουμε. Στις κυλιόμενες σκάλες, το ίδιο έργο.
«Μα καλά, αγώνα ταχύτητας κάνουμε ή βόλτα;» με ρώτησε.
Εδώ που με έφερε, μόνο βόλτα δεν θα το έλεγα. Αγώνας σίγουρα. Της χάρισα ένα χαμόγελο. Όσο μπορούσα. Αν δεν καθόμουν άμεσα για καφέ, υπήρχε σοβαρή πιθανότητα να κινδυνεύσει η σωματική της ακεραιότητα.
Μόλις βγήκαμε στο φως του ήλιου, πάλι κόσμος. Πήγαινε κι ερχόταν, αλλά κυρίως πήγαινε αργά. Πολύ αργά για άνθρωπο που δεν είχε πιει καφέ.
Συνέχισα να προχωράω μέχρι που βρέθηκε μπροστά μου μια καφετέρια. Οι καρέκλες φαίνονταν αναπαυτικές.
«Εδώ θα κάτσουμε!» είπα και γύρισα το κεφάλι μου. Όμως εκείνη ήταν άφαντη!
Άρχισα να ψάχνω τους περαστικούς. Μάταια. Δεν ήταν πουθενά. Για μια στιγμή ανησύχησα. Silver Alert δεν έβγαζα. Θα με σκότωνε.
Έβγαλα το κινητό και σχημάτισα τον αριθμό της. Χτύπησε μία, δύο, τρεις. Τίποτα. Καμία απάντηση. Έκανα μεταβολή και γύρισα προς τα πίσω. Ώσπου την είδα. Σε ένα μαγαζί με διάφορα είδη. Τουριστικά, φυσικά. Ψαχούλευε τους πάγκους ευτυχισμένη.
«Γιατί δεν απαντάς στο κινητό σου;» φώναξα εξαγριωμένη.
«Δεν μπορούσα να ψάχνω την τσάντα μου. Έλα να χαζέψουμε τα μαγαζιά», μου είπε.
Δεν ξέρω πόσα μαγαζιά είδαμε. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι άδειασα ένα πακέτο τσιγάρα περιμένοντάς την.
Εκείνη ψώνισε πάρα πολλά πράγματα. Εγώ πάλι τίποτα. Όλα με εκνεύριζαν.
Καπέλα που έγραφαν I love Athens, μπλούζες με στάμπες, σανδάλια να κρέμονται πάνω από τα κεφάλια μας, μαγνητάκια, βραχιολάκια και κάτι αγαλματάκια που με κοιτούσαν λες και ήξεραν ότι δεν είχα πιει καφέ.
Όλα αυτά, χωρίς γουλιά καφέ. Και φυσικά, στο τέλος της μέρας, εκείνη γύρισε σπίτι με σακούλες, αρώματα και αναμνήσεις.
Εγώ γύρισα με πρησμένα πόδια και τσιγαρόβηχα.
