Βαρκάδα για δύο

Ακολουθήστε με

Φέτος θελήσαμε να κάνουμε τις διακοπές μας αλησμόνητες. Ο καλός μου είχε μια ιδέα.

«Να πάρουμε τη βάρκα του ξάδερφου και να σε πάω μια βαρκάδα;» μου πρότεινε μια μέρα.

«Έτσι, να θυμηθούμε τα παλιά…»

Η αλήθεια είναι πως δεν κατάλαβα τι ακριβώς εννοούσε. Δεν είχαμε ξανακάνει ποτέ βαρκάδα. Εκτός κι αν αναφερόταν στα νιάτα μας, τότε που πηγαίναμε διακοπές στα νησιά με το πλοίο.

Βάρκα, πάντως, δεν θυμόμουν να εμπλέκεται πουθενά.

Βρήκα την ιδέα εξαιρετική. Την ίδια μέρα κιόλας, έτρεξα στο μανάβικο του χωριού. Μια καλή βαρκάδα, άλλωστε, χρειάζεται όλα τα απαραίτητα. Και πάνω απ’ όλα, σωστή ενυδάτωση.

Γι’ αυτό αγόρασα μάνγκο, ανανά, σταφύλια και αβοκάντο. Τα φρούτα έπρεπε να είναι εξωτικά. Δεν μου πήγαινε να κόψω καρπούζι ή πεπόνι και να το κουβαλάω σε τάπερ. Δεν ταίριαζε με την εμπειρία που είχα ήδη αρχίσει να φαντάζομαι.

Στη συνέχεια έτρεξα στο μαγαζί με τα καλοκαιρινά είδη. Αγόρασα ένα τεράστιο καπέλο. Το μόνο που δεν ήθελα ήταν να με κάψει ο ήλιος.

Ύστερα πήρα κι ένα μακρύ μαντήλι και το έδεσα γύρω από το καπέλο, ώστε να πέφτει στην πλάτη. Θα ήμουν και σικάτη και προνοητική. Ο ήλιος δεν θα έβρισκε σημείο να με πετύχει.

Κι εκεί που νόμιζα πως είχα πάρει όλα τα απαραίτητα, μου ήρθε μια σκέψη. Κι αν βαριόμουν στη βαρκάδα;

Δεν λέω, θα είχα τον καλό μου. Αλλά πόσες ώρες θα άντεχα πάνω σε μια βάρκα να με κουνάει το κύμα; Στην αρχή θα τρώγαμε τα φρούτα, θα χαζεύαμε το πέλαγος και θα βγάζαμε φωτογραφίες. Μετά; Το κινητό άραγε θα έπιανε σήμα; Θα ήμασταν στη μέση του πελάγους κι εγώ θα καθόμουν στα σόσιαλ; Με τίποτα. Είπαμε, δεν ταίριαζε με την εμπειρία που είχα ήδη φανταστεί.

Οπότε έτρεξα στο βιβλιοπωλείο. Ένα καλό βιβλίο, κατά προτίμηση ρομαντικού περιεχομένου θα ταίριαζε πολύ περισσότερο στην περίσταση.

Και το βρήκα. Η ιστορία αφορούσε έναν καλοκαιρινό έρωτα που έσβησε άδοξα κάτω από την αυγουστιάτικη πανσέληνο. Δεν πειράζει. Λίγο δράμα πήγαινε με το πέλαγος.

Έκλεισα τα μάτια μου και με φαντάστηκα. Καπέλο, μαντήλι, βιβλίο και φρούτα. Ήμουν σχεδόν έτοιμη.

Κάτι μου έλειπε ακόμη.

Τα φρούτα πού θα τα κουβαλούσα; Σε σακούλες; Με τίποτα. Θα μου χαλούσαν όλη την αισθητική. Ένα μεγάλο καλάθι για πικ νικ θα ήταν ό,τι έπρεπε.

Εκεί, δεν κρύβω, ταλαιπωρήθηκα λίγο μέχρι να βρω το ιδανικό. Το ήθελα ψάθινο, με καπάκι φυσικά. Σαν εκείνα που έβλεπα στις ταινίες.

Τελικά στάθηκα τυχερή. Το βρήκα σ’ ένα μαγαζί με είδη πλεξίματος. Μόνο που η ιδιοκτήτρια δεν το είχε προς πώληση. Ήταν δικό της. Μικρή λεπτομέρεια. Με αρκετό παζάρι, το καλάθι έγινε δικό μου. Τώρα ήμουν έτοιμη. Πραγματικά έτοιμη.

Το επόμενο πρωί ετοιμαστήκαμε να μπούμε στη βάρκα. Ο άντρας μου κοίταξε τα πράγματα που είχα ετοιμάσει. Έπιασε το καλάθι και το ζύγισε με το χέρι.

«Αυτό είναι βαρύ. Τι κουβαλάς εδώ μέσα;» με ρώτησε.

Δεν υπήρχε περίπτωση να τον αφήσω να μου χαλάσει τη διάθεση. Έκανα πως δεν τον άκουσα και φόρεσα το καπέλο μου.

Είχε λίγο αέρα και το μαντήλι δεν έλεγε να στρώσει. Αφού πάλεψα λίγο μαζί του, κατάφερα να το απλώσω όπως ήθελα στην πλάτη μου. Γύρισα προς το μέρος του και ανακοίνωσα με καμάρι:

«Είμαι έτοιμη!»

 Εκείνος με κοιτούσε με απορία. Ευτυχώς, δεν μίλησε. Φόρτωσε τα κουπιά και μπήκαμε στη βάρκα.

Ήμουν ενθουσιασμένη. Σε λίγο γλιστρούσαμε στα ήρεμα νερά του Ιονίου, με το καλάθι στα πόδια μου κι είχα ήδη αρχίσει το τσιμπολόγημα.

Για αρχή, έπιασα τα σταφύλια. Όσο ο άντρας μου τραβούσε κουπί, τόσο εγώ τον μπούκωνα με ρόγες. Κάπως έπρεπε να συνεισφέρω κι εγώ στη βαρκάδα.

«Υπέροχα δεν είναι;» είπα και άφησα το βλέμμα μου να πλανηθεί τριγύρω.

Κάποια στιγμή παρατήρησα πως μετά βίας έβλεπα την ακτή.

«Νομίζω πως απομακρυνθήκαμε λιγάκι…» του είπα και τον κοίταξα κατάματα.

«Οι βαρκάδες δεν γίνονται στα ρηχά…» απάντησε.

Ξαφνικά σηκώθηκε δυνατός αέρας. Η θάλασσα, που μέχρι εκείνη την ώρα ήταν ήρεμη, άρχισε να αγριεύει και η βάρκα να κουνιέται λίγο περισσότερο απ’ όσο θα ήθελα.

«Τι συμβαίνει τώρα;» ρώτησα.

«Δεν είναι τίποτα. Θα σταματήσει», προσπάθησε να με καθησυχάσει και συνέχισε να τραβάει κουπί.

Μόνο που συνέχιζε προς τα μέσα.

«Μήπως να αρχίσουμε σιγά σιγά να πηγαίνουμε προς την ακτή;»

Έκρυψα τα σταφύλια στο καλάθι και κοίταξα τον ουρανό. Μαύρα, απειλητικά σύννεφα είχαν μαζευτεί από πάνω μας.

«Γύρνα τώρα!» ούρλιαξα.

Μόλις με άκουσε, άρχισε να τραβάει κουπί προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αυτή τη φορά προς τη σωστή πλευρά. Προς την ακτή.

Μόνο που τα κύματα αγρίεψαν ακόμη περισσότερο. Η βάρκα δεν κουνιόταν πια απλώς. Πηδούσε πάνω στα κύματα κι εγώ ένιωθα πως είχα βρεθεί στη βάρκα του τρόμου.

Άρχισα να φωνάζω.

«Σταμάτα! Μην πανικοβάλλεσαι!» φώναξε ο άντρας μου ενώ πάσχιζε να κάνει κουπί.

Και τότε το ένα κουπί γλίστρησε από τα χέρια του. Το κοιτάξαμε και οι δύο να επιπλέει δίπλα μας.

Χωρίς δεύτερη σκέψη, τεντώθηκε για να το πιάσει. Από την τρομάρα μου σηκώθηκα κι εγώ και τον άρπαξα από το μπλουζάκι. Αυτό μου έλειπε τώρα. Να έχανα και τον άντρα μου στα κύματα.

«Πρόσεχε! Θα πέσεις στη θάλασσα!» τσίριξα και τον κράτησα όσο πιο δυνατά μπορούσα.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, μια δυνατή ριπή ανέμου άρπαξε το καπέλο μου. Το είδα να φεύγει μακριά.

Και πριν προλάβω να θρηνήσω το καπέλο, μια ακόμη ριπή χτύπησε τη βάρκα. Το καλάθι πετάχτηκε στον αέρα και προσγειώθηκε με δύναμη στο νερό.

Μάνγκο, ανανάδες, σταφύλια και αβοκάντο επέπλεαν τώρα γύρω μας.

Ο άντρας μου συνέχισε να τραβάει κουπί με το ένα που του είχε απομείνει. Εγώ έκανα κουπί με τα χέρια μου. Όχι πως κατάφερα τίποτα.

Κάποια στιγμή είδαμε την ακτή μπροστά μας. Τα μαλλιά μου έσταζαν και είχαν κολλήσει στο πρόσωπό μου. Ο βαρκάρης μου, πάλι, φαινόταν πραγματικά εξουθενωμένος.

Από την ονειρεμένη βόλτα μας δεν είχαν απομείνει πολλά. Το καπέλο είχε χαθεί στο Ιόνιο, τα εξωτικά φρούτα είχαν πάρει τον δρόμο τους και το καλάθι, για το οποίο είχα κάνει ολόκληρο παζάρι, είχε αλλάξει ιδιοκτήτη.

Μόνο το βιβλίο είχε σωθεί.

Αν και, μετά από όσα είχαμε ζήσει, ένας καλοκαιρινός έρωτας που έσβηνε άδοξα κάτω από την αυγουστιάτικη πανσέληνο μου φαινόταν κάπως βαρετός.

Μοιραστείτε το
Παρακολούθηση προόδου
Εγγραφείτε

Αφήστε ένα Σχόλιο