Το είχα πάρει πια απόφαση. Η επέμβαση στο χέρι θα γινόταν. Τόσα χρόνια την απέφευγα και τώρα με απέφευγε το ίδιο μου το χέρι. Μουδιάσματα, πόνοι και όλα αυτά με αποκορύφωση στον βραδινό μου ύπνο. Πάνω που έκλεινα το μάτι, τα συμπτώματα ξεκινούσαν πάρτι. Όχι σε χώρο εκδηλώσεων. Στο κρεβάτι μου. Με μοναδική καλεσμένη εμένα.
Μίλησα με τον γιατρό μου και το χειρουργείο θα γινόταν σε ιδιωτική κλινική. Κι έτσι, πήγα. Ανυποψίαστη.
Με το που ανέβηκα τα σκαλιά, μια κοπέλα με υποδέχθηκε θερμά.
«Καλωσήρθατε», μου είπε κι άρχισε να με ψεκάζει. Για μια στιγμή κοκκάλωσα.
Τι κάνει αυτή; σκέφτηκα. Εκτός κι αν πρόκειται για νέα τεχνική μέθης, τύπου «ψεκάστε-χρεώστε», ώστε να αποδεχτείς αβίαστα όλες τις χρεώσεις της κλινικής.
«Για τα μικρόβια…» συμπλήρωσε και μου έδωσε μια μάσκα να καλύψω το πρόσωπό μου. «Πηγαίνετε στη γραμματεία, στο νούμερο πέντε».
Υπάκουσα. Άρχισα να βαδίζω αργά, με τα μάτια κολλημένα στα νούμερα πάνω από τους πάγκους.
Πάγκος νούμερο ένα. Μια κοπέλα από πίσω, μου λέει: «Καλωσήρθατε». Κουνάω το κεφάλι μου και ανταποδίδω με ένα αμυδρό χαμόγελο.
Συνεχίζω στον πάγκο νούμερο δύο. Άλλη κοπέλα, άλλο χαμόγελο, άλλη ευχή. Κι εγώ να προχωράω σε ρυθμό επίσημης παρέλασης.
Να μην τα πολυλογώ, ώσπου να φτάσω στο νούμερο πέντε, με είχαν καλωσορίσει τόσοι, που ένιωθα σαν υψηλόβαθμο κλιμάκιο του ΕΟΔΥ σε ξαφνική επιθεώρηση.
Με το που φτάνω, ετοιμάζομαι να καθίσω. Ξαφνικά, ακούω τη φωνή του κυρίου απέναντί μου.
«Παρακαλώ, ελάτε!»
Σαστισμένη που δεν πρόλαβα να νιώσω τη χαρά της αναμονής, σηκώνομαι και τον πλησιάζω. Οι διαδικασίες κυλούσαν ομαλά. Ύποπτα ομαλά.
Μέχρι που μου ζήτησε την ταυτότητα. Άρχισα να την ψάχνω πανικόβλητη στο πορτοφόλι μου. Έβγαζα αποδείξεις περασμένων ετών, λίστες για ψώνια, φωτογραφίες των παιδιών από τα γεννοφάσκια τους. Ταυτότητα όμως, πουθενά.
Ώσπου ο ευγενικός κύριος παρατήρησε πως την κρατούσα στο χέρι. Του την έδωσα βιαστικά και ζήτησα συγγνώμη για την αναστάτωση. Εκείνος, όμως, όχι μόνο δεν ενοχλήθηκε, αλλά θεωρούσε πως έπρεπε να μου ζητήσει ο ίδιος συγγνώμη. Ο λόγος; Έπρεπε να την είχε δει νωρίτερα. Στο χέρι μου.
Κάπου εκεί, μια υποψία τρύπωσε στο μυαλό μου. Μήπως όλη αυτή η ευγένεια είχε χρέωση;
Κι αν, αντί για επέμβαση στο χέρι, έφευγα με ένα νεφρό λιγότερο;
Δεν πρόλαβα να σκεφτώ κάτι παραπάνω γιατί μια νοσηλεύτρια ήρθε και με πήρε για τις προκαταρκτικές εξετάσεις. Φυσικά, με το απαραίτητο χαμόγελο. Μου ζήτησε ευγενικά να αφήσω τα πράγματά μου, να ξαπλώσω και να νιώσω άνετα. Το πόσο άνετη θα ένιωθα πάνω σε ένα φορείο ήταν κάτι που το άφησα στην κρίση της.
«Θα κάνουμε ένα καρδιογράφημα. Είναι παιχνιδάκι…» μου είπε με ύφος καθησυχαστικό.
Ήθελα να της πω πως, στην ηλικία μου, έχω παίξει πολλά τέτοια παιχνίδια. Για μένα ήταν κάτι σαν τρίλιζα. Το άφησα όμως ασχολίαστο.
Η νοσηλεύτρια ξεκίνησε να μου εξηγεί όλη τη διαδικασία με κάθε λεπτομέρεια.
«Θα σας σηκώσω τη μπλούζα, θα σας βάλω τα καλώδια, θα νιώσετε λίγο κρύο, αν θέλετε να τα ζεστάνω πρώτα…»
Και προτού προλάβω να πω οτιδήποτε, εκείνη φυσούσε απαλά τα ηλεκτρόδια.
Αφού το καρδιογράφημα τελείωσε επιτυχώς, σειρά είχε το ράπιντ τεστ. Σε αυτό το σημείο θορυβήθηκα λιγάκι. Είχα ζήσει αρκετές οδυνηρές εμπειρίες με μπατονέτες που έμοιαζαν αποφασισμένες να φτάσουν μέχρι τον φλοιό του εγκεφάλου.
Έκλεισα τα μάτια και πήρα μια βαθιά ανάσα. Εκείνη, σαν να κατάλαβε την ανησυχία μου, ξεκίνησε πάλι με το γνωστό καθησυχαστικό της ύφος.
«Ούτε που θα το καταλάβετε…» την άκουσα να λέει και όντως έλεγε αλήθεια. Για πότε μπήκε η μπατονέτα και για πότε βγήκε, χαμπάρι δεν πήρα. Το μόνο που κατάλαβα ήταν η έξτρα χρέωση.
«Θα χρειαστεί να πληρώσετε εννέα ευρώ για το τεστ…» μου εξήγησε.
Χαλάλι, σκέφτηκα. Τέτοιο ανώδυνο ράπιντ δεν μου είχαν ξανακάνει.
Αμέσως, με οδήγησε, σχεδόν αγκαζέ, στον πάγκο νούμερο πέντε. Στον γνώριμο κύριο που με περίμενε με την απόδειξη στο χέρι.
Όση ώρα πλήρωνα, η νοσηλεύτρια στεκόταν δίπλα μου σαν φρουρός. Ή σαν φύλακας VIP ασθενή μπροστά από το μηχάνημα POS.
Αφού η κάρτα εγκρίθηκε, με τράβηξε απαλά από τον αγκώνα και με παρέδωσε σε έναν άλλο νοσηλευτή, ο οποίος περίμενε δίπλα στο καροτσάκι. Σαν να είχε έρθει η λιμουζίνα μου.
«Παρακαλώ, καθίστε…» μου είπε και έκανε μια βαθιά υπόκλιση. Τον κοίταξα σαστισμένη, αλλά αποφάσισα να αρνηθώ. Χωρίς υπόκλιση, βέβαια.
«Όχι, μπορώ να περπατήσω…» του είπα σχεδόν απολογητικά. Εκείνος επέμεινε, πάντα ευγενικά.
«Είναι απαραίτητη διαδικασία της κλινικής μας…» και μου έδειξε το καροτσάκι.
Τι να κάνω; Υπέκυψα και στρογγυλοκάθισα με την τσάντα μου αγκαλιά.
Με οδήγησε σε έναν μεγάλο διάδρομο με γραφεία δεξιά κι αριστερά. Μέσα, γιατροί και νοσηλευτές. Όσο περνούσα από μπροστά τους, με χαιρετούσαν ένας ένας: «Καλωσήρθατε…»
Ένιωθα σαν αυτοκράτειρα σε άμαξα που διασχίζει την αυλή των ανακτόρων.
Πιστή στις συνήθειές μου, έγνεφα απλώς με το κεφάλι μου. Κάποια στιγμή σκέφτηκα να σηκώσω το χέρι για έναν πιο ευπρεπή χαιρετισμό. Μετά θυμήθηκα ότι είχα θέμα με το χέρι μου. Γι’ αυτό, άλλωστε, ήμουν εκεί.
Σχεδόν αμέσως με οδήγησαν στο δωμάτιό μου. Μου άνοιξαν την πόρτα και αφού το καροτσάκι σφήνωσε ανάμεσα στο κρεβάτι και στο κομοδίνο του θαλάμου μου, μου επέτρεψαν να σηκωθώ.
Βρισκόμουν σε ένα μικρό δωμάτιο, με δύο άψογα στρωμένα κρεβάτια, τηλεόραση στον τοίχο, μπάνιο και την απαραίτητη αμφίεση για το χειρουργείο. Μία ρόμπα σε χρώμα ροζ και παντόφλες στην ίδια απόχρωση.
Έμεινα για λίγο έκπληκτη να κοιτάζω τα ρουχαλάκια που με περίμεναν. Με ανυπομονησία μικρού παιδιού, άρχισα να ξετυλίγω τη ρόμπα.
Χωρίς να χάνω χρόνο, γδύθηκα και την έριξα πάνω μου. Το χρώμα μού πήγαινε τέλεια.
Όμως, είχα ένα θέμα με τα κορδόνια. Ήταν πολλά. Υπερβολικά πολλά. Όπου κι αν κοιτούσα, από παντού ξεπετάγονταν λουριά. Έψαχνα με μανία να δω πώς θα την έδενα πάνω μου. Για κουμπιά ούτε λόγος. Χρειάστηκε ώρα για να καταφέρω να τη δέσω έτσι ώστε να μην υπάρξει καμιά αποκάλυψη επί σκηνής. Και μάλιστα σε παράσταση με ιατρικό προσωπικό.
Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Το είδωλό μου θύμιζε περισσότερο τρόφιμος με ζουρλομανδύα παρά ασθενή έτοιμη για επέμβαση. Φόρεσα και τις παντόφλες και περίμενα. Ώσπου ήρθε ξανά το όχημα. Δηλαδή, το καροτσάκι. Αυτή τη φορά κάθισα χωρίς να αρνηθώ και αφέθηκα. Αφού είχα φτάσει ως εδώ, θα το πήγαινα μέχρι τέλους.
Έτσι, καθώς προχωρούσαμε για το χειρουργείο, οι διάδρομοι φάνταζαν ατελείωτοι. Πόρτες άνοιγαν, άλλες έκλειναν κι εκεί το ίδιο πράγμα. Ευγένεια παντού, μα χωρίς κουβέντες.
Ένα νεύμα του κεφαλιού, σαν να έλεγαν: όλα θα πάνε καλά.
Κι εγώ συνέχιζα να κόβω βόλτες σαν βασίλισσα σε θρόνο. Μόνο που ο θρόνος είχε ροδάκια και με πήγαινε κατευθείαν για αναισθησία. Ελπίζω μόνο να μην είχε χρέωση διαδρομής.
